Η παρουσίαση του βιβλίου του Πάνου Νιαβή «Το μαύρο γάλα της  ήττας» στο Αγρίνιο

Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Σε ατμόσφαιρα συγκίνησης, πραγματοποιήθηκε το βράδυ του Σαββάτου 23 Μαΐου 2026 η παρουσίαση του νέου μυθιστορήματος του Πάνου Νιαβή, «Το Μαύρο Γάλα της Ήττας» στην αίθουσα συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου Αγρινίου.

Με καταγωγή από τον Μάραθο Αγράφων της ορεινής Ευρυτανίας, ο συγγραφέας Πάνος Νιαβής, εμφανώς συγκινημένος, ευχαρίστησε τους φίλους και αναγνώστες που μοιράστηκαν σκέψεις και συναισθήματα για την δημιουργική του πορεία, στην όμορφη λογοτεχνική βραδιά.

Τίμησαν με την παρουσία τους την εκδήλωση, ο Πρόεδρος του Πανευρυτανικού Συλλόγου Αιτωλοακαρνανίας, π. Ευάγγελος Φεγγούλης, ο πρώην Βουλευτής Ευρυτανίας, Δημοσθένης Τσιαμάκης και Γεν. Γραμματέας του Συλλόγου, ο Πρόεδρος του Συνοικισμού Αγίου Κωνσταντίνου Αγρινίου, κ. Γεώργιος Σταύρου, ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Πινακοθήκης Αγρινίου, Χρήστος Γαρουφαλλής, ο Πρόεδρος του "Ορφέα" Αγρινίου, κ. Θέμης Γαμβρούλης, ο Εικαστικός Δημήτρης Κρέτσης, ο Εικαστικός Αντώνης Ναστούλης και πολλοί φίλοι του βιβλίου.

Την βιβλιοπαρουσίαση διοργάνωσαν ο «Πανευρυτανικός Σύλλογος Αιτωλοακαρνανίας» και οι Εκδόσεις «Αρμός» ενώ για το βιβλίο μιλήσαν οι:

- Στέλιος Φούντας, Εκπαιδευτικός και Συγγραφέας

- Βασίλης  Χατζηϊακώβου, Εκδότης και ο Συγγραφέας Πάνος Νιαβής και ο συγγραφέας Πάνος Νιαβής.

Αποσπάσματα από το μυθιστόρημα διάβασε η Εκπαιδευτικός, Τζωρτζίνα Καποπούλου.

Το «Μαύρο Γάλα της Ήττας» από τις Εκδόσεις Αρμός είναι ένα ποιητικό και βαθιά στοχαστικό μυθιστόρημα, όπου ο μαγικός ρεαλισμός και η εσωτερική αναζήτηση συνθέτουν μια ιστορία για τη μνήμη, την ήττα και τη λύτρωση. Με «Το μαύρο γάλα της ήττας», ο Πάνος Νιαβής επιστρέφει, τρία χρόνια μετά το «Δέκα Πόντους Μαύρο Χιόνι», με το δεύτερο μέρος της τριλογίας του.

Αποσπάσματα από την εισήγηση του Στέλιου Φούντα:

«Το έργο αποκαθηλώνει τη μεγαλοϊδεατική αφήγηση της επανάστασης και στρέφει το βλέμμα στους ανθρώπους που έμειναν πίσω, στις γυναίκες που θυσιάστηκαν, στους λησμονημένους, στους αποτυχημένους και στον ήρωα που δεν γνώρισε τον έρωτα, παρά μόνο μια φορά…

Η βαθύτερη «μήτρα» τους είναι υπαρξιακή, βιωματική και σχεδόν μυθολογική. Πρόκειται για ανθρώπους που γεννήθηκαν μέσα στην έλλειψη, τη σκληρότητα και την ιστορική βία, και οι οποίοι προσπάθησαν να μετατρέψουν την προσωπική τους πληγή σε συλλογικό όραμα.

Υπάρχουν βασικοί δεσμοί που τους ενώνουν… Όλοι οι ήρωες κουβαλούν βαθιά μέσα τους: το χωριό, τη φτώχεια, το βουνό, την αγροτική Ελλάδα, την ορεινή Ευρυτανία.

Αυτό φαίνεται συνεχώς στις αναφορές στις «γκούρες», στο νερό της πηγής, στα χορτάρια, στα πεσμένα πατρικά, στα μοιρολόγια…

Η παιδική τους ηλικία δεν παρουσιάζεται ειδυλλιακά. Είναι σκληρή, φτωχική, στερημένη, αλλά ταυτόχρονα γεμάτη κοινοτική μνήμη και αυθεντικότητα.

Από αυτή τη μήτρα γεννήθηκε η ανάγκη για δικαιοσύνη, ισότητα,

Οι ήρωες ξεκίνησαν θέλοντας να αλλάξουν τον κόσμο.

Και κατέληξαν: να αναμοχλεύουν εφιαλτικά το παρελθόν τους μέσα σε δωμάτια, γηροκομεία και όνειρα, από φορείς της Ιστορίας έγιναν φαντάσματα της Ιστορίας.

Κι αυτό είναι ίσως το πιο τραγικό και ανθρώπινο στοιχείο του έργου.

Η σχέση των ηρώων με τη γυναίκα και τον έρωτα είναι από τα πιο τραγικά και αποκαλυπτικά στοιχεία των αποσπασμάτων, γιατί δείχνει καθαρά το ανθρώπινο κόστος της ιδεολογίας, της Ιστορίας και της ανδρικής τους συγκρότησης. Οι γυναίκες στο έργο δεν είναι απλές δευτερεύουσες παρουσίες είναι: φορείς μνήμης, ενοχής, ζωής που εγκαταλείφθηκε, αλλά και μιας χαμένης δυνατότητας τρυφερότητας και ολοκλήρωσης.

Οι άνδρες του έργου υπήρξαν άνθρωποι της Ιστορίας, όχι άνθρωποι της οικειότητας. Και αυτό τους καταδίκασε σε βαθιά συναισθηματική ακρωτηρίαση, ο συγγραφέας το περιγράφει σκληρά και με την γλώσσα της ανατομίας δεν υπάρχει πραγματικά ολοκληρωμένος έρωτας παρα μόνο άπαξ με την συντρόφισσα Μπαούλα στην βελανιδιά…

Υπάρχουν σπαράγματα, αναμνήσεις σωμάτων… Ο Γίας θυμάται τον διονυσιασμό, την έκρηξη των σωμάτων όταν τυχαία ή κρυφά βρίσκεται μπρος σ’ αυτήν την έκσταση των άλλων..

Η ερωτική μνήμη είναι βαθιά αισθησιακή, ποδοπατημένα χορτάρια, αίμα παρθενίας, δίψα σωμάτων. Το μυθιστόρημα έχει ισχυρό ερωτισμό… γήινος, βουνίσιος αλλά και πληγωμένος,

Το σώμα συνδέεται διαρκώς με:

• το χώμα,

• τη βροχή,

• το αίμα,

• τη μνήμη.

Η ερωτική πράξη εμφανίζεται σαν μια σύντομη νίκη της ζωής απέναντι στον θάνατο. Αλλά πάντα προσωρινή. Οι άνδρες πίστεψαν ότι θυσίασαν τον προσωπικό έρωτα για μια ανώτερη συλλογική αγάπη: την επανάσταση, τον άνθρωπο, τη δικαιοσύνη.

Στο τέλος όμως ανακαλύπτουν ότι: έχασαν και την προσωπική ζωή, και την ιστορική δικαίωση.

Τα κείμενα φαίνεται να συνομιλούν με τη μεταεμφυλιακή λογοτεχνική παράδοση της ήττας και της αυτοκριτικής, όπου ο Χρόνης Μίσσιος αποτελεί κεντρική μορφή. Ωστόσο υπάρχουν και ουσιαστικές διαφορές.

Σε άλλο σημείο της εισήγησή του ο κ. Φούντας αναφέρει τα εξής:

Η κοινή μήτρα με τον Χρόνη Μίσσιο

Η βασική συγγένεια βρίσκεται σε τέσσερα μεγάλα θέματα:

α) Η γενιά της ήττας

Όπως στον Μίσσιο, έτσι κι εδώ: οι ήρωες είναι παιδιά του Εμφυλίου, της εξορίας, της φυλακής, της διάψευσης της επανάστασης. Οι άνθρωποι αυτοί πίστεψαν απόλυτα, θυσιάστηκαν, αλλά τελικά βρέθηκαν ιστορικά και υπαρξιακά συντριμμένοι. Η αίσθηση «δώσαμε τη ζωή μας και μείναμε χωρίς ζωή» διατρέχει και τα δύο έργα.

Η κριτική έρχεται: εκ των έσω.

Υπάρχει η οδυνηρή παραδοχή:

• δογματισμού,

• φανατισμού,

• απανθρωπιάς,

• ιδεολογικής τύφλωσης.

Η φράση: «μισούμε την αλήθεια και λατρεύουμε το ψέμα» θα μπορούσε να σταθεί δίπλα σε σελίδες από το Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς. Η γυναίκα στον Μίσσιο -όπως και εδώ συχνά συμβολίζει: τη ζωή που δεν έζησαν.

Και στα δύο έργα υπάρχει βαθιά συμπόνια στους εξόριστους, τους τρελαμένους από τα βασανιστήρια

Η συντρόφισσα από την Καρδίτσα έχει έντονη Μισσιακή αύρα: ένας άνθρωπος που η Ιστορία ξέχασε ολοκληρωτικά.

Οι μεγάλες διαφορές από τον συγγραφέα Χρόνη Μίσσιο

Παρότι η συγγένεια είναι ισχυρή, τα αποσπάσματα διαφοροποιούνται έντονα σε ύφος και κοσμοαντίληψη.

Η γλώσσα

Ο Μίσσιος γράφει άμεσα, λαϊκά, συχνά με σαρκασμό και χιούμορ.

Αντίθετα στο βιβλίο του Π. Νιαβή κινούνται με έντονους και μακροσκελείς μονολόγους λυρικό παραλήρημα, συμβολισμό… Η γλώσσα τους είναι πολύ πιο σκοτεινή, πυκνή, μεταφορική, σχεδόν ονειρική. Μεταφυσική

Εδώ ολόκληρος ο κόσμος μοιάζει μεταθανάτιος, εφιαλτικός, φασματικός.

Οι νεκροί επιστρέφουν. Τα σπίτια γίνονται μαυσωλεία. Οι διάλογοι μοιάζουν να γίνονται μέσα σε καθαρτήριο. Υπάρχει έντονη σχεδόν ντοστογιεφσκική, εξπρεσιονιστική, καφκική ατμόσφαιρα. Ο κόσμος μοιάζει να βαδίζει στην αποσύνθεση, την ανυπαρξία. Η ήττα εδώ γίνεται σχεδόν μεταφυσική κατάσταση

Η Έλλη Παππά υπήρξε από τις πιο σημαντικές μορφές εσωτερικής κριτικής της ελληνικής Αριστεράς.

Το ίδιο συμβαίνει και εδώ. Το μυθιστόρημα αναγνωρίζει εγκλήματα, ιδεολογική τύφλωση, σταλινισμό, καταστολή της αμφιβολίας. Αλλά δεν καταλήγουν σε χλευασμό, ούτε σε ιδεολογική μετάνοια τύπου «αποκήρυξης». Αντίθετα: διατηρούν ακόμη τη δίψα «για Δικαιοσύνη κι Ελευθερία».

Το βιβλίο διερευνά τη διάσπαση της ταυτότητας, όπου ο άνθρωπος δεν συγκροτείται ως ενιαίο υποκείμενο αλλά ως σύνολο εναλλασσόμενων εκδοχών του εαυτού του. Η γραφή λειτουργεί μη γραμμικά, απαιτώντας από τον αναγνώστη συμμετοχή στη συγκρότηση του νοήματος, παρά παθητική κατανάλωση αφήγησης.

Η ήττα ως υπαρξιακή κατάσταση

Η λέξη που διατρέχει τα κείμενα είναι μία: ήττα

Όχι μόνο πολιτική ή ιστορική.

Υπαρξιακή.

Η ήττα δεν είναι γεγονός που συνέβη. Είναι κατάσταση που συνεχίζεται. Ο ήρωας δεν λέει «ηττήθηκα». Ζει μέσα στην ήττα.

Και αυτή η διαρκής ήττα θυμίζει κάτι από τη νεότερη ελληνική λογοτεχνία της μεταπολεμικής περιόδου, όπου η πολιτική εμπειρία μετατρέπεται σε εσωτερικό ρήγμα.

Εδώ μπορούμε να θυμηθούμε τον Χρόνη Μίσσιο, όπου η εξορία, η φυλακή και η ιδεολογική διάψευση δεν οδηγούν σε κυνισμό, αλλά σε μια παράξενη τρυφερότητα απέναντι στον άνθρωπο που απέτυχε.

Αλλά στα αποσπάσματα αυτά η τρυφερότητα συνυπάρχει με ενοχή. Δεν έχει λυτρωθεί ακόμη. Μέσα στο όνειρο εμφανίζονται: οι νεκροί, οι ενοχές, τα ανεκπλήρωτα, οι χαμένες υποσχέσεις…

Και το πιο σημαντικό: μέσα στο όνειρο δεν υπάρχει ψέμα. Υπάρχει μόνο η αδυναμία να κρυφτείς.

Αυτό είναι βαθιά λογοτεχνική τεχνική αλλά και φιλοσοφική θέση η αλήθεια δεν βρίσκεται στην πραγματικότητα, αλλά στο σημείο όπου η συνείδηση καταρρέει, είναι από το εγκεφαλικό του ήρωα η κατάρρευση της λογικής;

Ειναι ιστορικό μυθιστόρημα;

Ναι, με μια προϋπόθεση: όχι με τη «στενή» έννοια του ιστορικού μυθιστορήματος τύπου αναπαράστασης εποχής, αλλά με την βαθύτερη, σύγχρονη εκδοχή του.

Είναι ιστορικό μυθιστόρημα… Τα αποσπάσματα έχουν καθαρά στοιχεία ιστορικού μυθιστορήματος γιατί: κινούνται μέσα σε ιστορικούς άξονες-τραύματα (Εμφύλιος, κομμουνιστικά καθεστώτα, 1989, μεταπολίτευση μνήμης) χρησιμοποιούν πραγματικούς ιστορικούς χώρους και ιστορικά γεγονότα (Ευρυτανία, Αθήνα, Μόσχα, εξορία, κόμμα, φυλακές, ιδεολογικοί μηχανισμοί) εμπλέκουν την Ιστορία όχι ως φόντο, αλλά ως δύναμη που διαμορφώνει χαρακτήρες. Διατρέχει όλη την πολιτικη ιστορία 6 δεκαετιών, μέχρι την σύλληψη των μελών της 17 Νοέμβρη φτάνει…

Άρα, δεν έχουμε απλώς «ιστορικό περιβάλλον». Έχουμε ιστορία ως ενεργό μηχανισμό.

Αλλά δεν είναι "κλασικό" ιστορικό μυθιστόρημα

Δεν μοιάζει με παραδοσιακή φόρμα τύπου: «αναπαριστώ μια εποχή» «αφηγούμαι γεγονότα με ιστορική ακρίβεια»

Εδώ συμβαίνει κάτι διαφορετικό:

Η Ιστορία δεν είναι σκηνικό, είναι ψυχική κατάσταση.

Οι ήρωες δεν ζουν μέσα στην Ιστορία. Η Ιστορία ζει μέσα τους.

1. Με ποια έννοια είναι πολιτικό μυθιστόρημα

Τα αποσπάσματα είναι βαθιά πολιτικά γιατί:

• κινούνται μέσα σε ιδεολογικούς μηχανισμούς (κομμουνισμός, κόμμα, εξορία, εμφύλιος)

• δείχνουν την πολιτική ως δύναμη που διαμορφώνει ζωές, ηθική και ταυτότητα

• αποκαλύπτουν την αποτυχία των ιδεολογιών να προστατεύσουν τον άνθρωπο

• εξετάζουν την ευθύνη, τη βία, τον φανατισμό και την ιστορική ενοχή

ΤΙ ΓΕΝΝΗΣΕ Η ΉΤΤΑ ΛΟΙΠΟΝ;

Στα αποσπάσματα αυτά η «ήττα» δεν είναι ένα ιστορικό γεγονός που κλείνει, αλλά μια μηχανή παραγωγής μνήμης, ενοχής και αφήγησης. Δεν γεννά απλώς συναισθήματα γεννά ολόκληρο τρόπο θέασης του κόσμου.

Πρώτα απ' όλα, η ήττα γεννά μνήμη που δεν ησυχάζει. Δεν είναι ουδέτερη ανάκληση του παρελθόντος αλλά μια μνήμη που επιστρέφει σαν σώμα: αρρωστημένη, εφιαλτική, συχνά παραληρηματική. Οι ήρωες δεν θυμούνται καταδιώκονται από αυτό που έζησαν.

Δεύτερον, η ήττα γεννά διάσπαση του εαυτού. Ο Γίας δεν είναι ένας. Είναι τρεις εκδοχές του ίδιου ανθρώπου, όπως τρεις τρόποι να επιβιώσεις μέσα στην ιστορία: ο ιδεολόγος, ο εκτελεστής, ο επιτυχημένος προσαρμοσμένος. Αυτό είναι κρίσιμο: η ήττα δεν καταστρέφει τον άνθρωπο τον πολλαπλασιάζει. Τον σπάει σε ρόλους που αλληλοκατηγορούνται.

Τρίτον, γεννά δικαστική συνείδηση της ύπαρξης. Στα όνειρα και στις σκηνές της Βουδαπέστης η ιστορία μετατρέπεται σε δίκη χωρίς τέλος. Δεν υπάρχει δικαστής έξω από το έργο, όλοι είναι κατηγορούμενοι και μάρτυρες μαζί. Αυτό θυμίζει βαθιά τη ρωσική υπαρξιακή παράδοση (ιδίως τον Ντοστογιέφσκι): η ενοχή δεν αποδίδεται, βιώνεται.

Τέταρτον, η ήττα γεννά πολιτική απομυθοποίηση. Το συλλογικό όραμα (κομματική πίστη, ιστορική αποστολή, επανάσταση) δεν καταρρέει απλώς αποκαλύπτει το ανθρώπινο υπόστρωμα: φθόνο, μικρότητα, ιδιοτέλεια, φόβο. Έτσι η ιδεολογία δεν παρουσιάζεται ως ιδέα αλλά ως βίωμα που φθείρει.

Πέμπτον, και ίσως πιο βαθύ: η ήττα γεννά μεταφυσική μοναξιά. Ο άνθρωπος μένει μόνος απέναντι στον χρόνο. Η μνήμη γίνεται ταυτόχρονα φυλακή και καταφύγιο, όπως λέγεται ρητά στο κείμενο. Δεν υπάρχει λύτρωση, μόνο διαδοχικές μορφές επίγνωσης.

Αν το συμπυκνώσουμε: η ήττα εδώ δεν είναι τέλος της ιστορίας· είναι η αρχή της εσωτερικής λογοτεχνίας της ιστορίας».

Αποσπάσματα από την ομιλία του εκδότη και συγγραφέα, Βασίλη  Χατζηϊακώβου:

Υπάρχουν λογοτεχνικά έργα που αφηγούνται μια ιστορία και υπάρχουν άλλα που αναμετρώνται με αυτή. Για τον Πάνο Νιαβή, η μετάβασή του από την ποίηση στη μυθιστορία δεν υπήρξε απλώς αλλαγή εκφραστικού τρόπου και είδους, αλλά ίσως διεύρυνση ορίζοντα. Μετά τις ποιητικές συλλογές «Ο μαύρος κότσυφας στο χιόνι» από τις Εκδόσεις Samizdat και «Η τριγωνομετρία των παθών» από τις Εκδόσεις Μελάνι ο συγγραφέας εισήλθε δυναμικά στον χώρο του ιστορικού μυθιστορήματος με το «Δέκα πόντους μαύρο χιόνι», για να συνεχίσει, περίπου τρία χρόνια αργότερα, με το «Το Μαύρο Γάλα της Ήττας», το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας που εξελίσσεται σε ουσιαστική κατάθεση μνήμης και συνείδησης.

Η συγγένεια της ηρωίδας του έργου, Δασιάς με την ηρωίδα της «Φόνισσας» του Παπαδιαμάντη είναι προφανής, αλλά όχι μιμητική. Αν η Φραγκογιαννού κινείται σχεδόν μηχανικά προς την καταστροφή, η Δασιά παραμένει μια ύπαρξη αντιφατική, ικανή ακόμη και να γεννήσει ζωή μέσα στο χαλασμό. Η σκηνή της μοναχικής γέννας συνιστά τον υπαρξιακό πυρήνα του μυθιστορήματος. Αυτό ακριβώς είναι μια πράξη δημιουργίας που αντισταθμίζει το μαύρο χιόνι της συλλογικής ενοχής. Εδώ δεν έχουμε άρση της ενοχής, αλλά μεταβολή της σε αφήγηση. Η μνήμη δεν εξαγνίζει... μετασχηματίζει.

Ο Νιαβής κατορθώνει να αποδώσει τον εμφύλιο όχι ως ένα ιστορικό ντοκουμέντο αλλά ως τραύμα που επιμένει.

Με το «Το Μαύρο Γάλα της Ήττας» ο συγγραφέας διευρύνει αποφασιστικά το πεδίο του. Αν στο πρώτο βιβλίο κυριαρχεί η τραγωδία της κοινότητας, στο δεύτερο δεσπόζει η μακρά σκιά της ήττας, όχι μόνο ως πολιτικής ή ιστορικής κατηγορίας, αλλά ως υπαρξιακής συντριβής. Το νέο μυθιστόρημα διαθέτει πλήρη αυτονομία, ωστόσο συνομιλεί οργανικά με το προηγούμενο, μεταφέροντας το βάρος από τον συλλογικό όλεθρο στη μοναχική απογύμνωση της συνείδησης.

Και συνέχισε ο κ. Χατζηϊακώβου:

Στο σύνολό της, η τριλογία του Νιαβή επιχειρεί κάτι φιλόδοξο: να μετατρέψει την Ιστορία σε ηθικό πεδίο δοκιμασίας. Δεν επιδιώκει να δικαιώσει ή να εξαγνίσει. Αντίθετα, επιμένει στην κατανόηση. Η λογοτεχνία, του Νιαβή εδώ, δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις, απλώς ανοίγει δρόμους προς το φως μέσα από τη βαρυχειμωνιά της μνήμης.

Η σημασία των δύο αυτών μυθιστορημάτων δεν έγκειται μόνο στην αφηγηματική τους αρτιότητα ή στη θεματική τους τόλμη. Έγκειται κυρίως στην επιμονή τους να φωτίσουν το σημείο όπου η ατομική μοίρα συναντά την ιστορική καταστροφή. Εκεί όπου ο άνθρωπος καλείται να αναμετρηθεί με τις επιλογές του, με τις αυταπάτες του, με τη θνητότητά του,

Ο Νιαβής δείχνει πως η θνητότητα δεν είναι απλώς βιολογικό δεδομένο, αλλά πηγή αξίας. Η επίγνωση του τέλους καθιστά την αγάπη, τον έρωτα, ακόμη και την ενοχή, ουσιαστικά μεγέθη. Η ήττα, όσο οδυνηρή κι αν είναι, μπορεί να μεταβληθεί σε γνώση. Και η μνήμη, όσο βαριά κι αν μοιάζει, μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα προς την κατανόηση.

Σε μια εποχή όπου η Ιστορία συχνά κακοποιείται από ιδεολογικές μονομέρειες ή απονευρώνεται σε άχρωμα σχολικά αφηγήματα, η τριλογία του Πάνου Νιαβή επιμένει να τη μετατρέπει σε ζωντανό σώμα. Ένα σώμα που πονά, θυμάται, ερωτεύεται και τελικά ζητά συγγνώμη. Κι ίσως αυτό να είναι το βαθύτερο στοίχημα της λογοτεχνίας του, να καλέσει δηλαδή τον αναγνώστη να πάρει στην ευρύχωρη αγκάλη της κατανόησης ακόμη και τους αποσυνάγωγους της Ιστορίας, αναγνωρίζοντας πως πίσω από κάθε πράξη τόσο σκοτεινή κι αν είναι - υπάρχει ένας άνθρωπος που πάλεψε, έσφαλε και πλήρωσε.

Έτσι, μέσα από το «Δέκα πόντους μαύρο χιόνι» και το «Πικρό γάλα της ήττας», αναδύεται μια επίμονη πίστη στο φως. Όχι ως ρητορικό σχήμα, αλλά ως βαθιά ανθρώπινη ανάγκη. Και αυτή η πίστη είναι που καθιστά την τριλογία του Νιαβή μια από τις ουσιαστικότερες σύγχρονες λογοτεχνικές καταθέσεις πάνω στη μνήμη, την ενοχή και τη δυνατότητα της κατανόησης».

Ένα μικρό απόσπασμα του βιβλίου:

«…Κάπου αχνοφάνηκε  η οπτασία εκείνης της Δασιάς, που την παντρεύτηκα και υπήρξε για έξι μήνες γυναίκα μου κι  ένα λυπημένο βλέμμα αποχαιρετισμού να με κυνηγάει ακόμη και τώρα απόψε, σαν ιώβεια ενοχή, από τη μέρα που βγήκα στο βουνό αντάρτης το μακρινό πια, χίλια εννιακόσια σαράντα επτά.                                                                                                                          

Ανέβαινε σε σχήμα πρωτεϊκό, άσαρκη χωρίς χείλια και μάτια, να της φωτίζει το δρόμο η οργή και η ανάγκη. Μια επιζώσα ενοχική οπτασία από σκόνη, παραλείψεις, υπολογισμούς. Μια σκληροτράχηλη οντότητα, διψασμένη, πεινασμένη, ατιμασμένη, πονεμένη, με νύχτα για νύχτα να στάζει οργή σαν βροχή. Μια κοινή ειδωλολάτρισσα της καθημερινότητας, που η επανάσταση και η εξέγερσή μας της έκαψε την  άμπελο μιας συνηθισμένης ζωής. Με κρέας Χριστούγεννα και Πάσχα και παστό χοιρομέρι στην κάδη να βγει ο χειμώνας, με αρσενικά ζωντανά σκουλήκια και το θέρος με ζωντανά θηλυκά σκουλήκια να τρώνε τα πουλιά και να συννεφιάζουν οι ιαχές των ανείπωτων.                                                                                                                                         

Μιας ταραγμένης εποχής που δεν βρήκε την ηρεμία να καρπίσει και να γευτεί το γεματάρι των κόπων μιας βολεμένης όπως - όπως ζωής. Η σκιά ενός λύκου πιο αόρατη από την ίδια, έκοψε τα αόμματα αρνιά και το αίμα τους πότισε μια άνυδρη ή χέρσα  εποχή.  Ένα σκυλί λαβωμένο από αντίθετες πλεύσεις την προσπέρασε πιο γρήγορο από τις κατάρες της. Η καρδιά μου αντρειώθηκε επιστρέφοντας ανεπαίσθητα στην πραγματικότητα. Ως πότε θα μας ταράζουν οι ενοχές και οι αγωνίες μας νικώντας στα σημεία τις υπεκφυγές μας; Σκέφτηκα και πήρα τα μέτρα μου και με  την προστατευτική ευκολία του ονείρου, αφανίστηκα τρέχοντας μακριά από πανάρχαιες ενοχές, σε άλλες ενασχολήσεις του νου, προφασιζόμενος πως δεν υπάρχω…»