Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026
Μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη με αφορμή και την συμπλήρωση των 100 χρόνων από την ίδρυση του Παναιτωλικού, παραχώρησε ο Μάκης Χ. Μπελεβώνης στο Gazzetta.gr και τον δημοσιογράφο Μιχάλη Τσαμπά, μια αναδρομή στην ποδοσφαιρική του καριέρα, αλλά και τους "σταθμούς" που σημάδεψαν την πορεία του "Τίτορμου" τα τελευταία χρόνια. Δείτε αναλυτικά:
Ευτυχώς που ξέχασα να μεγαλώσω, κι αν με γυρέψετε είμαι ακόμα στην αλάνα...
Φίλαθλος, παίκτης της ομάδας νέων, ποδοσφαιριστής της πρώτης ομάδας σε Γ’, Β’ και ‘Α Εθνική, γενικός αρχηγός, τεχνικός διευθυντής, πατέρας ποδοσφαιριστή της ομάδας. Μέχρι και «αντίπαλος» για μια σεζόν! Σπάνια θα συναντήσει κανείς, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και εκτός συνόρων έναν άνθρωπο που έχει υπηρετήσει και συνεχίζει να το κάνει, έναν σύλλογο από τόσα πολλά και διαφορετικά πόστα. Η Παναιτωλική ταυτότητα του Μάκη Μπελεβώνη για περισσότερα από 20 χρόνια συγκεντρώνει όλες τις παραπάνω ιδιότητες.
Από το μακρινό 1982 που ως παιδάκι πρωτοπήγε με τον πατέρα του στο γήπεδο, μέχρι και σήμερα μερικές ώρες πριν ο Παναιτωλικός κλείσει έναν αιώνα ζωής. Στην ποδοσφαιρική «αργκό» συνηθίζουμε να το λέμε και… στρατιώτης. Δίχως αμφιβολία αποτελεί μια από τις πιο εμβληματικές μορφές της «αιωνόβιας» ιστορίας του Τίτορμου και είναι ένας από τους ανθρώπους που στην κυριολεξία «τα έχει ζήσει όλα με τον Παναιτωλικό».
Χαρές και λύπες, ανόδους και υποβιβασμούς, πέτρινα χρόνια και εποχές αναγνώρισης. Γεμάτες εξέδρες και άδεια τσιμέντα.
Με τον Παναιτωλικό να συμπληρώνει 100 χρόνια ζωής, ο Μάκης Μπελεβώνης σε μια από τις σπάνιες εξομολογήσεις καριέρας «γράφει» στο Gazzetta για την περίπου 25ετή κοινή πορεία του με τον Τίτορμο!

Ένα παιδάκι που έβλεπε… γίγαντες από την καταπακτή!
«Παιδάκι το 1982 με πρωτοπήγε ο πατέρας μου στο γήπεδο του Παναιτωλικού. Δεν χώραγε ο κόσμος και εμείς τα 6χρονα-7χρονα πιτσιρίκια καθόμασταν την πρώτη σειρά της εξέδρας με τα πόδια μας να κρέμονται από κάτω.
Μέχρι που άνοιγε η σιδερένια καταπακτή και έβγαιναν μέσα από τη… γη οι παίκτες μας. Η εικόνα που έχει μείνει είναι Γάκης – Τάκος. Αυτούς θυμάμαι ξεκάθαρα. Γίγαντες στα μάτια μου. Πως χτυπάει η καρδιά ενός παιδιού που βλέπει αυτούς που φοράνε την κίτρινη φανέλα.
Εκεί είναι και η πρώτη σπίθα για μένα. Να παίξω μπάλα, όχι απλά να παίξω μπάλα, αλλά να παίξω με αυτή την φανέλα. Του Παναιτωλικού. Τα χρόνια περνάνε, ο πατέρας μου, ο μπαρμπα-Χρήστος, συνέχιζε κάθε 2η Κυριακή να με φέρνει στον Παναιτωλικό, όπως συνέβαινε με όλα τα παιδιά από τα γύρω χωριά, όπως συμβαίνει ακόμη και σήμερα.

Στα 14 μου παίζω στο χωριό μου στα Καλύβια. Εχω γίνει κατά τα λεγόμενα των άλλων ένας καλός ή πολύ καλός παίκτης για την ηλικία και κάποια στιγμή έρχεται η πρόταση για μεταγραφή στον Παναιτωλικό. Ήταν Χριστούγεννα του 1991. Τα Καλύβια έχουν ανέβει Δ΄εθνική, έπαιξα και στην τότε Δ’ εθνική. Την επόμενη χρονιά με ζήτησε ο Παναιτωλικός και Ιανουάριο του 1992 ξεκινάω με τη 2η ομάδα, την ομάδα των Νέων. Ήμασταν καλοί παίκτες. 16-18 παιδιά που για μένα όλοι θα μπορούσαν να παίξουν στον Παναιτωλικό.
Δυστυχώς όλοι δεν έπαιξαν, ευτυχώς μερικοί ήμασταν τυχεροί. Μπορώ να θυμηθώ πολλά ονόματα Κυριαζής, Βαϊνάς, Γαλανόπουλος, Διαμαντής, Γιωτόπουλος, Σαμψώνας. Θα ξεχνάω κάποιους και μη με παρεξηγήσουν.
Οι μόνοι που γίναμε επαγγελματίες από εκείνη την πολύ καλή φουρνιά ήμουν εγώ και ο Κώστας ο Βλάχος, που παίξαμε και βοηθήσαμε στις δύσκολες χρονιές, αλλά και στις καλές που η ομάδα ανέβηκε στην Β΄Εθνική και πάλεψε να ανέβει και στην Α΄. Την εποχή που η ομάδα έπαιξε στο Στάδιο περάσαμε πέτρινα χρόνια. Υπήρχαν διοικούσες επιτροπές που πάλευαν να την κρατήσουν έστω στη Γ’ Εθνική».

Ντεμπούτο, χειροκρότημα και «δεν ξανακοίταξα πίσω»
«Το ντεμπούτο μου το έκανα με τον αείμνηστο Νίκο Κουτσογιάννη, που με φώναζε «καθαρματάκι, τρέξε καθαρματάκι». Ήταν στο ξερό γήπεδο σε ένα ματς με την Καβάλα. Κάναμε ζέσταμα με τον Πουαρίδη. Τότε υπήρχαν δύο αλλαγές. Κερδίζαμε 2-0 και μου λέει «μικρέ ετοιμάσου εσύ μπαίνεις». Δεν θα ξεχάσω ποτέ το ζεστό χειροκρότημα από την εξέδρα στην πρώτη επαφή με την μπάλα. Αυτό ήταν. Από τότε δεν ξανακοίταξα πίσω ποτέ… Το πρώτο μου γκολ το πέτυχα σε ένα παιχνίδι με το Χαϊδάρι.
Κερδίσαμε 1-0 και κάναμε καλά Χριστούγεννα (22/12/1993). Ήμουν ένα από τα αγαπημένα παιδιά της εξέδρας. Νομίζω συνεχίζω να είμαι κι αυτό είναι ένα μεγάλο παράσημο. Με τις όποιες συνηθισμένες γκρίνιες που όλοι έχουμε κατά καιρούς, αλλά ο κόσμος έχει κριτήριο και αντιλαμβάνεται την όποια μικρή ή μεγάλη προσφορά του καθενός.
Ένας αιώνας Παναιτωλικός και το ένα τέταρτο του αιώνα είμαι και εγώ μέρος της ιστορίας αυτής. Θα μπορούσα να λέω και να γράφω πάρα – πάρα πολλά από αυτά που έζησα και ζω στην ομάδα. Κατά καιρούς σκέφτομαι πως όλα αυτά θα ήθελα να τα βγάλω προς τα έξω και ο κόσμος που αγαπά τον Παναιτωλικό να έχει άποψη και μια μεγάλη εικόνα.
Πέρα από τον Νίκο Κουτσογιάννη, συνεργάστηκα και με άλλους πολλούς προπονητές που πέρασαν από τον Παναιτωλικό με τα καλά τους και με τα κακά τους, όπως έχουμε όλοι οι άνθρωποι».

Η μισή μου ζωή στον Παναιτωλικό!
«Αν πω πως ο Παναιτωλικός είναι ιδέα, θα έλεγα πως είναι και λίγο τετριμμένο γιατί το χρησιμοποιούμε αρκετά. Για μένα όταν είσαι 26 χρόνια σε μια ομάδα, είναι κυριολεκτικά η μισή ζωή μου και να φύγω κάποια στιγμή που νομοτελειακά θα γίνει κι αυτό, υπάρχει ένας τεράστιος δεσμός που όπου κι αν είμαι θα μπορώ να λέω πως είμαι Παναιτωλικός, όπως έλεγα από πιτσιρικάς.
Το 2004 όταν ήμουν αρχηγός του ΟΦΗ και ο Παναιτωλικός ήταν στη Δ’ εθνική, σε μια συνέντευξη που είχα δώσει σε μια αθλητική εφημερίδα είχα πει πως εγώ θα κλείσω την καριέρα μου στον Παναιτωλικό. Επισημαίνω, γιατί έχει τη σημασία του, πως αυτό το είπα ως αρχηγός του ΟΦΗ που τότε πάλευε για ένα ευρωπαϊκό εισιτήριο.

Ακόμη και οι τότε συμπαίκτες μου με κορόιδευαν μέσα στα αποδυτήρια όταν το διάβασαν. Μέχρι τώρα με έχει ευλογήσει ο Θεός ό,τι έχω σκεφτεί και ό,τι έχω προσπαθήσει το έχω καταφέρει και τα πιο πολλά από αυτά είναι μέσα από τον Παναιτωλικό. Γι΄ αυτό για μένα είναι ό,τι πιο ιδιαίτερο και όμορφο υπάρχει. Ό,τι πιο ωραίο έχω καταφέρει στη ζωή μου μετά την οικογένεια».

Ο εφιάλτης από το 1997 και η λύτρωση του 2011
«Πάρα πολλά, μπορώ να θυμηθώ για τον Παναιτωλικό. Βιβλίο ολόκληρο είναι. Να θυμηθώ αυτό που με στοίχειωνε για πολλά χρόνια. Από το 1997 μέχρι και το 2011. Το ματς στο Αργος, ήταν η αιτία που δεν ανέβηκε στην Α΄ Εθνική μια από τις καλύτερες ομάδες όλων των εποχών του Παναιτωλικού, που είχε μέσα για την κατηγορία παικταράδες που άνετα θα έπαιζαν και σε μεγαλύτερη κατηγορία.
Αντεμάρ, Γιοβάνοβιτς, Παπαχρήστος, Κωνσταντόπουλος, Καρυπίδης, Τσιάκας, Τσιφούτης,Γκοτζαμπασίδης Ανδριόπουλος, Ζαχαρόπουλος, Λάιος, Μπόλης. Όλη η ομάδα ήταν καλή. Η μόνη ομάδα που εκείνη την χρονιά κέρδισε τον Πανιώνιο του Γιάννη Κυράστα.
Ομάδα που κατά κοινή ομολογία έπρεπε να ανέβει, αλλά τα κέντρα αποφάσεων είχαν άλλες επιλογές. Αυτός ο εφιάλτης του Αργους έφυγε από πάνω μου με την άνοδο του 2011, που είχα επιστρέψει κι εγώ στον Παναιτωλικό.
Σε εκείνο το αξέχαστο παιχνίδι με τον Διαγόρα, έφυγε μια και καλή ό,τι με στοίχειωνε. Εκεί είπα τέλος τώρα με τους εφιάλτες και προχωράμε».

Ήρθα αντίπαλος στο Αγρίνιο και δεν μπορούσα να κάνω μισή ενέργεια!
«Πάμε όμως στο… μετά του αγώνα με τον Παναργειακό. Με το που τέλειωσε εκείνη η χρονιά που δεν ανεβήκαμε, ξεκινάει η προετοιμασία με τον Παναιτωλικό. Υπάρχει ενδιαφέρον για μένα από μεγάλες ομάδες Αθήνας και Θεσσαλονίκης. Και ΠΑΟΚ και Παναθηναϊκός ενδιαφέρθηκαν για μένα, αλλά τελικά πήγα στην Καλαμάτα!
Μεγάλη οικονομική πρόταση στον Παναιτωλικό από μια ομάδα που εκείνη την εποχή είχε μαζέψει ό,τι καλύτερο υπήρχε σε νεαρούς παίκτες σε όλη την Ελλάδα. Είχα άγνοια κινδύνου στην Ά εθνική και ίσως τότε έκανα και την καλύτερη σεζόν στα όσα χρόνια έπαιξα ποδόσφαιρο. Τελειώνει εκείνη η σεζόν, πάλι ενδιαφέρον από τον Παναθηναϊκό, αλλά για λόγους που δεν ξέρω έμεινα στην Καλαμάτα.
Πέφτουμε Β΄ εθνική και ερχόμαστε να παίξουμε στο Αγρίνιο με τον Παναιτωλικό, που είχε μια νεανική ομάδα. Ο Γκμοχ προπονητής στην Καλαμάτα και με το χαρακτηριστικό στυλ του μου λέει "Μάκη θέλεις παίξεις κόντρα χωριό σου;".
Να πω την αλήθεια το σκέφτηκα. Δεν ήταν εύκολο να παίξω μέσα στο Αγρίνιο. Οι συμπαίκτες μου στην Καλαμάτα, με τη σεζόν που έκανα, ήξεραν πως τότε όταν είχα την μπάλα περνούσα οποιονδήποτε έβρισκα μπροστά μου και όταν ήρθα να παίξω αντίπαλος στο Αγρίνιο με τον Παναιτωλικό μου έδιναν την μπάλα και εγώ την ξανάδινα πίσω.
Ούτε μια ενέργεια, ούτε μισή, ούτε μια προσπάθεια δεν έκανα και ο Γκμοχ μου τα έχωνε και στο ημίχρονο και στο τέλος του αγώνα… Αποτέλεσμα 0-0. Μετά έρχεται μια υπέροχη εξαετία στον ΟΦΗ με πολλά παιχνίδια, άλλες παραστάσεις και πολλή αγάπη προς το πρόσωπό μου. Και τότε περάσα πάλι ως αντίπαλος από το Αγρίνιο σε ένα ματς Κυπέλλου με τον Παναιτωλικό.
Και φτάνει η στιγμή που ενώ είχα συμβόλαιο με τον ΟΦΗ παίρνω απόφαση ζωής να αφήσω τη Σουπερ Λίγκα και να γυρίσω στον Παναιτωλικό που ήταν στην Γ΄ Εθνική και πάλευε να ανέβει.
Απόφαση που ούτε λεπτό δεν έχω μετανιώσει μέχρι σήμερα. Την πήρα τότε αυτή την απόφαση γιατί δεν ήθελα ποτέ να πουν για μένα αν είχα γυρίσει στην Α΄Εθνική, ότι γύρισα για την σύνταξη. Γιατί με αυτή την διοίκηση και τον Φώτη Κωστούλα επικεφαλής νομοτελειακά αυτό θα γινόταν, η ομάδα θα πετύχαινε τον στόχο».

Μέλος των ανόδων και το «σε θέλω πλάι μου» του Κωστούλα…
«Ήθελα να είμαι ενεργό μέλος των ανόδων και της ιστορίας όπως και έγινε. Για να πραγματοποιήσω το παιδικό μου όνειρο και να παίξω με την φανέλα του Παναιτωλικού στην Α΄Eθνική. Εγινε. Ένα μεγάλο επίτευγμα για ένα παιδί που έφυγε 14 χρονών από το χωριό του για να πετύχει όλο αυτό. Το μεγάλο και το σπουδαίο.
Ίσως να μπορούσα και περισσότερες συμμετοχές. Ίσως και να αδικήθηκα αγωνιστικά τα 2-3 τελευταία χρόνια. Μπορούσα να δώσω περισσότερα. Δεν το λέω εγώ. Ο καλύτερος μάρτυρας γι’ αυτά είναι οι συμπαίκτες και οι πίστη των συμπαικτών προς το πρόσωπό μου. Αυτοί είναι οι καλύτεροι κριτές για όλους μας. Τα δυο τελευταία χρόνια είχα να δώσω πιο πολλά που για διάφορους λόγους δεν έδωσα.
Αυτή η πικρία μου έμεινε. Από την άλλη μεριά κάτι έβλεπε ο Φώτης Κωστούλας. Γιατί την χρονιά που πέσαμε, αποφασίζει να κάνει μια άλλη κίνηση επανόδου της ομάδας στη Σούπερ Λίγκα και μου λέει "πλέον σε θέλω στο πλάι μου:, ενώ εγώ ήθελα να παίξω 1-2 χρόνια μπάλα ακόμη και μπορούσα.
Όμως η εκτίμηση που εισέπραξα σε εκείνη την ιδιαίτερη στιγμή για μένα από τα λόγια του προέδρου ήταν ανεκτίμητη. Ήταν κάτι που ποτέ δεν πρόκειται να ξεχάσω, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Ο τρόπος που μιλήσαμε δεν θα μπορούσα να αρνηθώ».

Το ιστορικό μπαράζ της Νέας Σμύρνης
«Πριν όμως φτάσουμε στα σαλόνια, ζήσαμε και τα ζόρια στα χαμηλά. Τις προσπάθειες κόντρα σε όλους και σε όλα για να φύγουμε από τον βούρκο της Γ΄ Εθνικής. Δεν γίνεται να ξεχάσω πως ενώ έχουμε χάσει στην Πρέβεζα και φαίνεται πως για άλλη μια χρονιά δεν θα ανέβουμε στη Β΄ εθνική, μαζευόμαστε οι παίκτες με μπροστάρη εμένα και λέμε πως όσες μαθηματικές ελπίδες έχουμε θα τις παλέψουμε έως το τέλος.
Εμείς φταίμε είπαμε, εμείς θα τα καταφέρουμε. Πάμε στα Γρεβενά, εκεί όπου αρχίζει η δική μας αντίστροφη μέτρηση προς την άνοδο. Νικάμε 0-1 κι εκεί ανοίγει σιγά – σιγά ο δρόμος προς το μπαράζ, αφού την πρώτη θέση την είχε καπαρώσει η Δόξα Δράμας. Εκεί είναι και το ξέσπασμα των συναισθημάτων. Μετά το τέλος του αγώνα είμαι μόνος μέσα στα αποδυτήρια και έρχεται να μου πει ο Βαγγέλης ο Κουτσουρές να πάω στο πούλμαν. Δεν είχα κουράγιο να σηκωθώ από την ένταση κι από την πίεση που νιώθαμε.
Και ξαφνικά εγώ, ο Βαγγέλης, μαζί με τον φροντιστή μας τον Νίκο τον Μπαρμπάκη, τρία άτομα κλαίμε. Ήταν ένα ξέσπασμα που είχε και συνέχεια με το μπαράζ της Νέας Σμύρνης, την απόβαση του κόσμου του Παναιτωλικού και την άνοδο. Δεν είναι εύκολο για ματς Γ’ εθνικής να κάνεις 10.000 κόσμο να ταξιδέψει. Ο Παναιτωλικός το κατάφερε κι αυτό, γιατί όπως έχουν πει πάρα πολλοί "Παναιτωλικός δεν γίνεσαι για Κύπελλα και πρωταθλήματα, αλλά για όλο αυτό που εκπροσωπεί η ομάδα έναν αιώνα".

Είχα την τιμή να είμαι αρχηγός του Παναιτωλικού σε δύο ανόδους. Πιστεύω ότι στις δύσκολες στιγμές και στις μάχες ο αρχηγός είναι που δίνει το παράδειγμα. Στα εύκολα μπορεί να κάθεται στην άκρη να βλέπεις τους άλλους να χαίρονται με χαρά. Το τι έκανα και κάνω όλα αυτά τα χρόνια από όποια θέση υπηρετώ την ομάδα το αφήνω στην κρίση όλων όσοι ξέρουν.
Εχω τη βεβαιότητα πως όταν μπαίνεις σπίτι σου μετά από ένα ματς είτε ως ποδοσφαιριστής, είτε ως παράγοντας και σου λέει η κόρη σου «τελικά ρε μπαμπά γιατί είσαι τόσο στεναχωρημένος όταν χάνει η ομάδα; Εσύ είσαι ο Παναιτωλικός;». Αυτή η κουβέντα που άκουσα πριν χρόνια μου έκανε εντύπωση και δείχνει τι σημαίνει η ομάδα για μένα».

Το «περήφανος και ανεξάρτητος» και το… τίμημα!
«Μετά το μπαράζ ήρθε η Β΄ εθνική που ευτυχώς δεν κάτσαμε πολύ και μετά η Α’ εθνική κι ένα φινάλε καριέρας, το οποίο φανταζόμουν λίγο καλύτερο. Αλλά αυτό που θυμάμαι είναι η τελευταία μου συμμετοχή ως ποδοσφαιριστής ήταν σε ένα ατυχές ματς που η ομάδα υποβιβάστηκε. Στο Ολυμπιακό Στάδιο με τον Παναθηναϊκό. Εκεί ως αρχηγός μιας ομάδας που υποβιβάστηκε μιλώντας είπα "εμείς πέσαμε, αλλά αν ο Κωστούλας παραμείνει και ο κόσμος στηρίξει ξανά, θα επιστρέψουμε. Άμεσα και για να μείνουμε".
Αυτό συμβαίνει από τον Ιούνιο του 2013 έως σήμερα. Όλος ο οργανισμός γύρισε πιο σοφός κι αυτή η 20ετία στο μέλλον θα κριθεί ως μια από τις «χρυσές εποχές» της ομάδας. Όσοι τη ζούμε τώρα θα το καταλάβουμε αργότερα. Και ποιος δεν θέλει ακόμη καλύτερα πράγματα; Και Ευρώπη και τελικό Κυπέλλου, αλλά πρέπει να καταλάβουμε πως ο Παναιτωλικός όλα τα χρόνια πάλευε μόνος του.
Με όλη τη σημασία της λέξης. Κόντρα σε όλους και σε όλα. Γνωστά είναι αυτά. Μπορούσαμε με… άλλες μορφές συνεργασίας να καταφέρουμε κι άλλα όπως το έχουν κάνει πολλές ομάδες. Όταν θες να είσαι περήφανος και ανεξάρτητος, όπως τραγουδάει ο κόσμος μας, υπάρχει και το τίμημά του. Η άνοδος του 2013, όταν ήμουν γενικός αρχηγός της ομάδας, ήταν και η πιο γλυκιά για μένα. Μέσα στο κατάμεστο Πανθεσσαλικό, κόντρα σε 15000 κόσμο, πήραμε μια δίκαιη άνοδο.
Το μεγαλύτερο παράσημο είναι ότι όλα αυτά τα χρόνια ουδέτεροι φίλαθλοι και φίλοι άλλων ομάδων να μην έχουν να πουν μια κακιά κουβέντα για τον Παναιτωλικό. Να μην υπάρχει το όνομα της ομάδας σε τίποτα μη ποδοσφαιρικό και βρώμικο. Αυτό είναι τίτλος τιμής.
Όταν ο οργανισμός του Παναιτωλικού είναι μια γροθιά, δηλαδή παίκτες-κόσμος-διοίκηση, πάντα είμαστε δυνατοί. Όσοι αγαπάμε τον Παναιτωλικό πρέπει να είμαστε κοντά του σε όλες τις στιγμές. Καλές και κακές. Δυστυχώς στο ποδόσφαιρο, όπως και στη ζωή οι λύπες είναι περισσότερες. Εκεί δείχνουμε και χαρακτήρα και ψυχισμό».

Αγάπη, εκτίμηση και ένας μικρός κρίκος προσφοράς
«Και φτάνουμε κάπου στο… ταμείο. Είμαι εκείνο το 7χρονο παιδί που πρωτοείδε τον Παναιτωλικό το 1982 στο ξερό γήπεδο. Είμαι εκείνο το 7χρονο παιδί που μαγεύτηκε με όσα έβλεπε και κατάφερε μέσω του Παναιτωλικού να πραγματοποιήσει τα όνειρά του. Είμαι εκείνο το 7χρονο παιδί που λέει με περηφάνια σήμερα πως αποτελεί ένα μικρό κρίκο στην αλυσίδα όλων αυτών που προσέφεραν όλα αυτά τα χρόνια για να μεγαλώσει ο Παναιτωλικός. Είμαι εκείνο το 7χρονο παιδί που ακόμη κάνει όνειρα με τον Παναιτωλικό και για τον Παναιτωλικό!
Εχω δεχτεί από την πρώτη στιγμή που έκανα ντεμπούτο με την φανέλα του Παναιτωλικού μεγάλη αγάπη και άπειρη εκτίμηση από τον κόσμο. Από Αγρινιώτες εδώ στην πόλη μας, αλλά κι από αυτούς τους πολλούς φίλους του Παναιτωλικού που έχω συναντήσει σε όλη την Ελλάδα όλα τα χρόνια που βρίσκομαι στην ομάδα. Που πάντα δεν κουράζονται να είναι εκεί που χτυπάει η καρδιά του Τίτορμου. Ακόμη και από αντιπάλους εντός γηπέδων έχω δεχτεί εκτίμηση. Ακόμη και σήμερα όπου ταξιδεύω με τον Παναιτωλικό θα βρω κόσμο που θα μου πει μια καλή κουβέντα. Μόνο συγκίνηση προκαλεί όλο αυτό.

Όλα αυτά δεν αλλάζουν με τίποτα, όλα αυτά όσα χρόνια κι αν περάσουν δεν μπορούν να ξεχαστούν. Είναι στιγμές και βιώματα μιας ολόκληρης καριέρας, μιας ολόκληρης ζωής. Είναι πρόσωπα, γεγονότα, καταστάσεις, δύσκολες και ευχάριστες.
Μοναδικά συναισθήματα που δύσκολα μπορούν να αποτυπωθούν οπουδήποτε, δύσκολα μπορώ να τα διηγηθώ. Τα έχω φυλαγμένα και στη μνήμη και στην καρδιά και νιώθω ευλογημένος που είμαι παρών σε μια τόσο σπουδαία στιγμή όπως είναι τα γενέθλια των 100 χρόνων από την ίδρυση του Παναιτωλικού».
Αναδημοσίευση από:
https://www.gazzetta.gr/ (Μιχάλης Τσαμπάς 06/03/2026 - 17:02)
