Τουρκοκρατία PDF Print E-mail
Written by admin2   
Tuesday, 21 February 2012 17:23

Η ΜΑΧΗ ΣΤΟΥ ΡΑΓΚΑΒΑ

Στη θέση «ΡΑΓΚΑΒΑ», η οποία  βρίσκεται νότια-νοτιοδυτικά του χωριού, σε απόσταση 5 περίπου χιλιομέτρων και ανήκει στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Αγγελοκάστρου,  το έτος 1585 διεξήχθη πολύνεκρη μάχη μεταξύ των επαναστατημένων Ελλήνων της Δυτικής Ελλάδας με ηγέτες τους Γριβαίους, οπλαρχηγούς της Βόνιτσας Ξηρομέρου και των κατακτητών Τούρκων. Ο πασάς της Ναυπάκτου παίρνοντας διαταγή να καταπνίξει την επανάσταση, που είχε φουντώσει στην Ακαρνανία εκστράτευσε από την Ναύπακτο και καλύπτοντας όλο το μήκος της αρχαίας αυτής οδού έφτασε στη παραποτάμια περιοχή του Αχελώου, όπου και δόθηκε πολεμικός μάχη με αποτέλεσμα να συντριβούν οι επαναστατικές δυνάμεις. Αναφέρονται στο βιβλίο του Κ. Σάθα  «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς» κατά λέξη  τα ακόλουθα για την μάχη αυτή: «... o πασάς της Ναυπάκτου επικεφαλής πoλλών χιλιάδων εχώρει κατά της Ακαρνανίας. Ο Γρίβας έδραμεν εις Αχελώον, και πολεμήσας προς τους Τούρκους ηναγκάσθη να οπισθοχωρήση....».

Επίσης στον ίδιο τόπο, κατά τον μήνα Μάρτιο του 1770, διεξήχθη εξάωρη πολεμική μάχη μεταξύ των επαναστατημένων Ελλήνων και των Τουρκαλβανών. Οι ραγιάδες θεωρώντας ότι η Μεγάλη Δύναμη της εποχής, Ρωσία, ομόθρησκη και ομόδοξη αυτοκρατορία,  θα τους βοηθούσε στον αγώνα αποτίναξης του οθωμανικού ζυγού, επαναστάτησαν. Η άτυχη αυτή επανάσταση των Ελλήνων έμεινε στην Ιστορία με το όνομα Ορλωφικά (Ο Θεόδωρος και ο Αλέξιος Ορλώφ ήταν οι διοικητές της ρωσικής ναυτικής δύναμης που ενεπλάκησαν κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου σε ναυμαχίες με το τουρκικό ναυτικό στα παράλια της Ελλάδος το έτος 1770). Οι καπεταναίοι της Δυτικής Ελλάδος Τσέγιος και Χρήστος Γρίβας από την Βόνιτσα Ξηρομέρου και ο Γιώργος Γουλιμής ή Λαχούρης από  το Αγγελόκαστρο, αφού απέτυχαν να καταλάβουν το τούρκικο οχυρό του Βραχωρίου, μετά την προδοτική παράλειψη του Σταθά Γεροδήμου να εμποδίσει τους μισθοφόρους Αλβανούς των Οθωμανών να περάσουν τα στενά του Μακρυνόρους, προκειμένου να κατέβουν προς ενίσχυση των πολιορκούμενων Τουρκοβραχωριτών, με 300 γενναία παλικάρια (μεταξύ αυτών ο Μήτσος Στράτος, από τη διάσημη οικογένεια των Στραταίων του Βάλτου, όπου κατέφυγαν οι Στραταίοι από την Ήπειρο, μετά την αποτυχημένη εξέγερση του Μητροπολίτη Τρίκης, Διονυσίου του Σκυλοσόφου το έτος 1612), επιχείρησαν να ανακόψουν τις συντριπτικά ανώτερες σε αριθμό - 6.000 περίπου Τουρκαλβανούς - και πολεμικό υλικό δυνάμεις των επελαύνοντων Τουρκαλβανών κοντά στον Δίμικο (Ο Κύαθος ποταμός που συνδέει την Λυσιμαχία με τον Αχελώο). Οι Τουρκαλβανοί χωρίστηκαν σε δύο τμήματα. Το ένα τμήμα τους στράφηκε εναντίον των δυνάμεων του καπετάνιου Λαχούρη, που οχυρώθηκε στη γέφυρα του Δίμικου και στο λόγγο που απλώνονταν μπροστά της. Οι δυνάμεις των Γριβαίων είχαν πάρει θέσεις και από τις δύο πλευρές της γέφυρας. Ο Γουλιμής υποχρεώθηκε πάνω στο χαλασμό της μάχης να χαλάσει την γέφυρα και να ενωθεί με τις υπόλοιπες δυνάμεις των Γριβαίων. Οι επαναστατημένοι Έλληνες πιστεύοντας στην αρχαία ρήση «εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρις», πολέμησαν ηρωικά αλλά έμελλε να νικηθούν εξαιτίας της ασύγκριτης υπεροπλίας του εχθρού. Το φωτεινό τους παράδειγμα, «Έθνη, λαούς οδηγώντας στο χρέος, πέσατ’ εσείς σε κάποια ρήμματα πιστοί», όπως λέει κι ο ποιητής,  αποτέλεσε ιερή παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές. Έδειξαν όπως και οι πρόγονοι αυτών ότι    «θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία». Αναφέρονται στο βιβλίο του Κ. Σάθα  «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς» κατά λέξη  τα ακόλουθα για την μάχη αυτή: «... Ο Γρίβας... οχυρώθη ... έξω του Αγγελοκάστρου. Ο αδελφός αυτού Τσέγιος ... κατέλαβε την θέσιν «Ραγγαβέικα», ο οπλαρχηγός Λαχούρης την γέφυραν του Αγγελοκάστρου .... έκοψε την γέφυραν....». Το τοπωνύμιο της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Αγγελοκάστρου «ΚΟΚΚΑΛΑ ΤΩΝ ΓΡΙΒΑΙΩΝ» που έλαβε την ονομασία αυτή επειδή οι αλλόθρησκοι νικητές τοποθέτησαν, προς παραδειγματισμό, τα κεφάλια των καπεταναίων σε πασσάλους τα οποία αφήκαν άταφα για πολύ καιρό, έμεινε για να δείχνει στους νεώτερους την πολύνεκρη αυτή μάχη των επαναστατημένων ραγιάδων κατά των αλλόθρησκων κατακτητών.


 

 

 

ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΤΟΥ ΠΕΡΙΗΓΗΤΗ ΕΒΛΙΑ ΤΣΕΛΕΜΠΗ

Ο περιηγητής  - έτσι ονομάζονταν ο ταξιδιώτης της εποχής - Εβλιά Τσελεμπής (Evliya Celebi), που γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1611 και πέθανε το έτος 1684, φανατικός μουσουλμάνος που γνώριζε το κοράνιο, το ιερό βιβλίο των μουσουλμάνων που γράφτηκε σύμφωνα με την παράδοσή τους από τον Μωάμεθ, τόσο καλά που είχε γίνει «χαβίζ» (το είχε δηλαδή αποστηθίσει), έφτασε στα Καλύβια κατά το έτος 1668, προερχόμενος από το Ζαπάντι (Μεγάλη Χώρα). Αναφέρει για το παλιό χωριό των Καλυβίων στο αποτελούμενο, από οκτώ ογκώδεις τόμους έργο του, όπου περιγράφει με συχνές υπερβολές και αρκετές ανακρίβειες  την περιήγησή του στην απέραντη Οθωμανική Αυτοκρατορία, ότι είναι «χας» (τσιφλίκι) του μπέη του Κάρλελι (επαρχία που περιελάμβανε το μεγαλύτερο μέρος  του Νομού Αιτωλοακαρνανίας) παραχωρημένο σ’αυτόν από τον ίδιο τον Σουλτάνο. Μοιάζει με εξαίσιο αμπέλι που είναι μέσα σε κυπαρίσσια. Το τζαμί, που  βρίσκονταν πιθανότατα στη θέση «ΤΖΑΜΙ», 250 περίπου μέτρα νότια του παλαιού ναού του Αγίου Νικολάου είναι τόσο καλαίσθητο, όπως αναφέρει ο περιηγητής, που είναι δύσκολο να βρεθούν λέξεις να περιγράψουν την ομορφιά του. Περιβάλλεται από 20 πανύψηλα και με ίσο ύψος κυπαρίσσια, φυτεμένα σε γεωμετρική διάταξη. Τα κυπαρίσσια αυτά τα συγκρίνει ο περιηγητής μόνο με εκείνα που είδε στους αμπελώνες του Αραχνόζ που βρίσκονται έξω από το φρούριο του Χάνδακα (Ηράκλειο) της Κρήτης. Κάτω από τα κυπαρίσσια οι άνθρωποι του τζαμιού συζητούσαν θεολογικά ζητήματα. Ο περιηγητής Εβλιά Τσελεμπής, μας αναφέρει τέλος ότι απέτυχε η προσπάθεια του να διαβεί  τον Αχελώο ποταμό (χρησιμοποιεί την ονομασία «Ασπέρ» δηλαδή ασπροπόταμος) στον πόρο της Ρίγανης, καθώς σ’εκείνο το σημείο  το ποτάμι μανιασμένο κατέβαινε ορμητικά, ενώ το κύμα του νερού έμοιαζε με θαλασσινό κύμα. Στη συνέχεια κατάφερε να διαβεί  το κατεβασμένο ποτάμι από την «επάνω διάβασιν», το πόρο Καρασινάκη (Καρασινάν) που βρίσκεται  κατάντι και ανατολικά της Γουριώτισσας.


 

 

ΕΝΕΤΙΚΕΣ ΕΠΙΔΡΟΜΕΣ

Στα πρώτα εκατό πενήντα χρόνια της Τουρκοκρατίας, η περιοχή των παραλίων του νομού Αιτωλοακαρνανίας αλλά και η ενδοχώρα δέχτηκε κατά καιρούς ληστρικές επιδρομές από τα ενετικά στρατεύματα που συνοδεύονταν από άτακτους των Επτανήσων. Τα ενετικά αυτά στρατεύματα ξεκινούσαν τις επιδρομές από την Ναύπακτο και την Λευκάδα, που αποτελούσαν στρατιωτικά ερείσματα των επιδρομέων. Οι δυνάμεις αυτές υπάγονταν στον «Γενικόν προβλεπτήν των Ιονίων Νήσων», ο οποίος έδινε τις σχετικές διαταγές και  είχε την συνολική εποπτεία των καταδρομικών-ληστρικών δραστηριοτήτων. Οι κάτοικοι των περιοχών Ξηρομέρου και Βάλτου, μετά την κατάκτηση της Λευκάδος από τους Ενετούς αναγκάστηκαν, κατά τον μήνα Αύγουστο 1684, να δηλώσουν φορολογική υποταγή στους Φράγκους. Τον επόμενο μήνα, δηλαδή τον Σεπτέμβριο του 1684, οι Ενετοί αναθάρρησαν από την κατάσταση που διαμορφώνονταν. Ενετικά στρατεύματα στα οποία συμμετείχε ο συνταγματάρχης Δελλαδέτσιμας, επικεφαλής επτανησίων ανδρών, ξεκινώντας από την Λευκάδα έπλευσαν στον Αστακό όπου και αποβιβάστηκαν. Από εκεί επέδραμαν στην ενδοχώρα της Αιτωλοακαρνανίας, όπου λεηλάτησαν και στη συνέχεια έκαψαν τα χωριά που βρήκαν στο επιδρομικό διάβα τους. Μεταξύ άλλων έκαψαν το Νεοχώρι, το Αγγελόκαστρο, τα Καλύβια, το Ζαπάντι (ονομάζονταν Μεγάλη Χώρα κατά τους βυζαντινούς χρόνους) και  το Βραχώρι (Αγρίνιο). Οι κατακτητές Τούρκοι αναγκάστηκαν να οπισθοχωρήσουν προς την Ναύπακτο. Οι Φράγκοι επιδρομείς με τα λάφυρα που σώρευσαν σ’ αυτή τη ληστρική επιδρομή αλλά και σε εκείνη του έτους 1694 γύρισαν στον Αστακό και από εκεί επέστρεψαν με πλοία στο ορμητήριο τους, τη νήσο Λευκάδα. Ανάμνηση αυτού του θλιβερού συμβάντος για το παλιό χωριό διατηρεί πιθανότατα η φράση που κλείνει το παιδικό παιχνίδι με την ονομασία «κρυφτοπίκινο» όπου οι νικητές του  παιχνιδιού αναφωνούν τη φράση «Κάηκαν τα Καλύβια».


 

 

 

Η ΚΑΛΥΒΙΩΤΙΚΗ ΓΗ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ

 Η ποτιστική και εξαιτίας αυτού εύφορη πεδιάδα του Αγρινίου, όπου από τον 17ο αιώνα, μνημονεύονται καλλιέργειες εσπεριδοειδών, ρυζιού, καπνού και σταφιδάμπελων, από τα οποία η παραγωγή σταφίδας προωθούνταν κυρίως στο εμπορικό λιμάνι της Τεργέστης της Αυστροουγγαρίας με την μεγάλη ενδοχώρα, όπου η ελληνική παροικία άκμασε στα μέσα του 18ου αιώνα, χτίζοντας περίλαμπρο ναό αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο στα 1784-1786, κατά το μεγαλύτερο μέρος της είχε περιέλθει ήδη από τα μέσα του 18ου αιώνα σε μία μικρή ομάδα τσιφλικάδων. Είχαν αγοράσει, σε εξευτελιστικές τιμές, μικρά τεμάχια γης, παράλληλα δε είχαν καταπατήσει πολλά  δημόσια κτήματα. Η καλλιεργούμενη γη πέρασε με τον τρόπο αυτό από τους τιμαριούχους («υψηλούς κυρίους») απόγονους των σπαχήδων σε μία ολιγομελή ομάδα τσιφλικάδων-μεγαλογαιοκτημόνων.  Η εύφορη πεδιάδα των Καλυβίων, αποτελούμενη από 20 χιλιάδες περίπου στρέμματα ποτιστικά που λιπαίνονταν από τις πλημμύρες του Αχελώου ποταμού αρχικά ήταν στην ιδιοκτησία  των υψηλών αξιωματούχων της Υψηλής Πύλης στους οποίους παραχωρούνταν τα αποκαλούμενα από το λαό μπαλκάνια (τουρκική λέξη: μαλικιανές>μαλικιάνι>μπαλκάνι), ενώ αργότερα ο καλυβιώτικος κάμπος ανήκε στο ιδιαίτερο ταμείο της Βαλιντέ Σουλτάνας. Μετέπειτα όπως και στα χρόνια της περιήγησης του Εβλιά Τσελεμπή, δηλαδή κατά το έτος 1668, ο κάμπος πέρασε στην ιδιοκτησία του πολυθρύλητου Αλαή-μπεη. Ο Αλαή-μπεης ήταν ο αξιωματικός της στρατιωτικής φεουδαρχίας που ακολουθούσε σε βαθμό τον σαντζάκ μπέη - διοικητή επαρχίας. Όταν καταργήθηκε το σαντζάκ-επαρχία η καλυβιώτικη γη αναφέρεται ως χας του Μεγάλου Βεζύρη. Από αναφορά Αγρινιωτών πληροφορούμαστε ότι η περιοχή  του Πλατάνου Καλυβίων και το «Καραησμαήλ» με συνολική έκταση 15 περίπου χιλιάδων ποτιστικών στρεμμάτων  είχαν ως ιδιοκτήτρια την Οθωμανίδα Πάσαινα, ενώ το τσιφλίκι στη θέση «Ρουσβάμπεη» ή  «Ρισβάμπεη» ή μεταγενέστερα «Παπαφώτη»  ανήκαν στον Ξεήν-αγά. Τέλος ο διοικητής της Πρέβεζας και έμπιστο πρόσωπο του Αλή πασά, ο θρυλικός Μπεκίρ Τζογαδούρος, ήταν κύριος του τσιφλικιού που βρίσκεται στη θέση «Πιπινέρι» με συνολική έκταση 7 περίπου χιλιάδων ποτιστικών στρεμμάτων. Η συγκέντρωση της ιδιοκτησίας σε χέρια λίγων τσιφλικάδων επέφερε βαθιές κοινωνικές αλλαγές. Οι ραγιάδες δεινοπαθούσαν από την φτώχεια και την ανέχεια. Η οικονομική καχεξία απλώθηκε σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα ενώ η αλαζονεία του αλλόθρησκου κατακτητή έρχονταν να ρίξει βαριά το πέπλο της σκλαβιάς στους υπόδουλους Έλληνες της Δυτικής Στερεάς Ελλάδος για να θυμηθούμε τα λόγια του ποιητή ότι «όλα τα ’σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά».


 

 

 

Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΟΥ ΒΡΑΧΩΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΖΑΠΑΝΤΙΟΥ

Οι καπεταναίοι της Αιτωλοακαρνανίας μετά την κήρυξη της επανάστασης για την απελευθέρωση της υπόδουλης Ελλάδος και την ευλογία του λάβαρου της επανάστασης από τον επίσκοπο Παλαιών Πατρών Γερμανό στα Καλάβρυτα στις 25 Μαρτίου 1821 αλλά και τα πρώτα επαναστατικά κρούσματα της Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, καθώς σ’ αυτή είχαμε μία από τις πρώτες επαναστατικές κινήσεις και συγκεκριμένα την μάχη της Τατάρνας στις 22 Μαρτίου 1821, αποφάσισαν πως ήρθε η ώρα του ξεσηκωμού και όρισαν την νύχτα της Πεντηκοστής, στις 27 Μαίου 1821, για την έναρξη της πολιορκίας του Βραχωρίου, στρατιωτικού οχυρού του τούρκου κατακτητή, έδρα του Βλοχού (περιελάμβανε την επαρχία της Τριχωνίδας), αλλά και της επαρχίας του Κάρλελι  (πήρε την ονομασία αυτή από τον Ενετό Κάρολο Τόκκο που ηγεμόνευε την Αιτωλοακαρνανία πριν το Οθωμανό κατακτητή) που ανήκε και ο Βλοχός. Το έτος 1694 το Βραχώρι επιλέχτηκε από τους Τούρκους κατακτητές να αποτελέσει έδρα της επαρχίας του Κάρλελι από το Αγγελόκαστρο εξαιτίας του καλύτερου κλίματος που είχε αφού το Αγγελόκαστρο γειτνίαζε με ελώδεις παραλίμνιες και παραποτάμιες περιοχές που μάστιζαν τους κατοίκους του ενώ είχε υποστεί μεγάλες καταστροφές από τους Ενετούς κατά την διάρκεια του Ενετό-τουρκικού πολέμου.  Στο Βραχώρι κατοικούσαν  στα 1815, όπως προκύπτει από αναφορά του περιηγητή Πουκεβίλ, 630 περίπου τουρκικές οικογένειες, οι χριστιανικές οικογένειες που κατοικούσαν στις παρυφές της πολίχνης κοντά στον παλαιό Άγιο Χριστόφορο υπολογίζονταν σε 600, ενώ οι  οικογένειες των Εβραίων ήταν  περίπου 200. Οι Εβραίοι ασχολούνταν κυρίως με το εμπόριο. Είχαν στη ιδιοκτησία τους 40 περίπου μικρομάγαζα που βρίσκονταν κυρίως στη πλατεία Ειρήνης (πλατεία Στράτου) και στις σημερινές οδούς Κύπρου, Ι. Σταίκου, Καραϊσκάκη, Ζωοδόχου Πηγής, Διαλέτη, Τσαλδάρη ήδη δωρητού Σπ. Τσικνιά και 39ου Συντάγματος που περιέβαλαν το τζαμί που ήταν στη θέση του ιερού ναού της Ζωοδόχου Πηγής. Οι δυνάστες Τούρκοι κατακτητές φέρονταν τυραννικά στους Έλληνες της πόλης, τους είχαν στη δούλεψή τους για να καλλιεργούν τα τσιφλίκια δίνοντας ψιχία στους χριστιανούς και γι’ αυτό ο ραγιάς έτρεφε γι’ αυτούς μίσος, απέχθεια και έντονη εχθρότητα εξαιτίας της βάναυσης συμπεριφοράς του Οθωμανού δυνάστη. Ο Τούρκος κατακτητής γνώριζε τα εχθρικά αισθήματα του ραγιά. Τα σπίτια που κατοικούσαν οι Τούρκοι  ήταν ογκώδη, διώροφα και λίγα τριώροφα, πραγματικά φρούρια, καθώς είχαν διπλό και τριπλό πολλές φορές περιτείχισμα με τρεις αυλές και αντίστοιχες τρεις πόρτες. Μέσα στο Βραχώρι υπήρχαν τα χρόνια εκείνα τρία τζαμιά, το πρώτο στη θέση όπου βρίσκεται σήμερα ο Ναός της Ζωοδόχου Πηγής, το δεύτερο στην βόρεια πλευρά της σημερινής πλατείας Χατζοπούλου, όπου η οικία Χρυσικοπούλου και το τρίτο στη θέση όπου στεγάζονταν το Οικονομικό Γυμνάσιο (θέση «Καραπανεϊκα»).

Τη νύχτα της 27ης Μαΐου 1821 ο οπλαρχηγός Δημήτριος Μακρής (το πραγματικό του όνομα ήταν Πραγγέλης αλλά μετονομάστηκε σε Μακρής επειδή ήταν «μακρύς» στο ανάστημα) με 700 γενναία παλικάρια από τον Αράκυνθο (Ζυγό) ενώθηκε με τους Μεσολογγίτες, που είχαν καπετάνιους τον Βαλτινό και τον Αθανάσιο Ραζή-Κότσικα και τους Αιτωλικιώτες με οπλαρχηγό τους τον Γκολφίνο, αποτελώντας μία δύναμη κρούσης 3.000 ανδρών, όπως αναφέρει ο Αγρινιώτης ιστορικός Θ. Χαβέλλας που γράφει  ότι: «η σειρά του υπ’ αυτόν στρατού ανερχομένου εις τρεις χιλιάδας ήρχιζε από του Θερμιστού ποταμού μέχρι ενός τετάρτου έξω του Βραχωρίου». Οι Τούρκοι κατακτητές γιόρταζαν το Ραμαζάνι τους. Στο Βραχώρι είχαν έλθει μετά τις πρώτες επαναστατικές κινήσεις των ραγιάδων πολλοί μουσουλμάνοι από τις γύρω περιοχές, Μεσολογγίου, Αιτωλικού αλλά και των περιχώρων του Βραχωρίου για μεγαλύτερη προστασία καθώς βρίσκονταν στρατοπεδευμένη στο Βραχώρι ένοπλη ομάδα από τα Κράβαρα με αρχηγό τους τον Ταχήρ-Παπούλια με αποτέλεσμα να αριθμεί η στρατιωτική δύναμη των Τούρκων 5.000 ένοπλους άνδρες. Στρατιωτικός Διοικητής του Βραχωρίου ήταν ο Νούρκας Σερβάνης, που έφερε τους τίτλους του Δερβέναγα και του Μουτεσαρίφη, αλβανικής καταγωγής. Στις πρώτες τουφεκιές οι Οθωμανοί παρότι αιφνιδιάστηκαν έδωσαν τις πρώτες σκληρές μάχες εκεί όπου  βρίσκεται το Γ’ Δημοτικό Σχολείο Αγρινίου, βόρεια των νερόμυλων του Αλά-μπέη.  Στο σημείο εκείνο έπεσαν οι πρώτοι 4 Έλληνες νεκροί από τα πυρά των πολιορκούμενων. Τα ξημερώματα της 28ης Μαΐου 1821 έφτασε με 600 άνδρες ο Αλεξάκης Βλαχόπουλος (μυημένος στη Φιλική Εταιρεία από το 1819) που αναπτύχθηκε στα βόρεια και βορειοανατολικά της πόλης, ενώ από την ίδια πλευρά κατέβηκε ο Γιαννάκης Στάικος, οπλαρχηγός της Βελάουστας. Επίσης από τα βορειοδυτικά της πολίχνης κατέφτασαν οι Bαλτινοί με οπλαρχηγό τον Ανδρέα Καραίσκο ή Ισκο. Οι Τούρκοι μη μπορώντας να αντέξουν στις πρώτες πολεμικές γραμμές το συνεχές σφυροκόπημα των πολιορκητών που μάχονταν για λεύτερη πατρίδα μετά από σχεδόν 400 χρόνια ζυγού συμπτύχθηκαν προς το κέντρο της πόλης στο πύργο του Αλά-μπέη και στην περιοχή της Κυρά Χατζέσκας. Οι Έλληνες μάχονταν με ενθουσιασμό και με σφυρίγματα, ιαχές, τουφεκιές και αλαλαγμούς κατάφεραν μέσα στις πρώτες ώρες της πολιορκίας του Βραχωρίου να πανικοβάλουν τους Τούρκους που άφησαν τα σπίτια-φρούρια που βρίσκονταν στα βόρεια και βορειοανατολικά της πόλης και να καταφύγουν στο κέντρο της πόλης, όπου υπήρχε και το σαράι. Οι Έλληνες ραγιάδες χριστιανοί και οι Τούρκοι Οθωμανοί κατακτητές γνωρίζονταν καλά μεταξύ τους και γι’ αυτό αντάλλαζαν μεταξύ τους κουβέντες για να αποθαρρύνουν ο ένας στον άλλον σ’ αυτές τις δύσκολες πρώτες ώρες. Οι Τούρκοι περίμεναν βοήθεια αφού ο Χουρσίτ Πασάς πολιορκούσε εκείνες τις ημέρες τα Γιάννενα. Οι Έλληνες οπλαρχηγοί προσπαθούν να σπείρουν διχόνοια μεταξύ των Τούρκων και των Αλβανών έμμισθων υπερασπιστών της πόλης. Στον ανιψιό του Νούρκα που στάλθηκε απεσταλμένος από τους πολιορκούμενους δήλωσαν  ότι: «Εσύ να πεις στον δερβέναγα ότι  ήρθαμε  εδώ να διώξουμε τους Τούρκους. Επειδή με τους Αρβανίτες δεν έχουμε πόλεμο, αν θέλει, μπορεί να πάρει τους δικούς του και να φύγει, τον σιγουράρουμε και τον συντροφεύουμε μέχρι το Μακρυνόρος». Του είπαν επίσης ότι ο Βαρνακιώτης φυλάει το Μακρυνόρος και άρα βοήθεια να μην περιμένουν από τα Γιάννενα. Η συνδιαλλαγή απέτυχε. Οι μάχες συνεχίστηκαν σκληρότερες. Οι κλαγγές των όπλων ακούγονταν σε όλο το κάμπο του Βραχωρίου ζεσταίνοντας τις καρδιές των ραγιάδων χριστιανών. Οι Έλληνες προχωρούσαν πλέον μέσα στη πόλη, από φρούριο σε φρούριο, από οχυρό σε οχυρό. Το κανόνι που βρίσκονταν στο ύψωμα της Αγίας Τριάδος έριχνε ασταμάτητα βόλια από σίδερο και μολύβι στα τούρκικα οχυρά. Οι κανονιές του έφταναν να ακούγονται μέχρι το κάμπο του χωριού των Καλυβίων. Ο μιναρές που υπήρχε στη θέση του ναού της Ζωοδόχου Πηγής τρυπήθηκε οπότε οι εγκλωβισμένοι ένοπλοι Τούρκοι αναγκάστηκαν να βγούνε έξω και να περάσουν από το γιαταγάνι του ραγιά. Τα γυναικόπαιδα των Τούρκων αισθανόμενα τον κλοιό που περισφίγγει την πόλη κλεισμένα μέσα στα  χαρέμια της πολίχνης του Βραχωρίου κλαίνε γοερά. Στις 30 Μαΐου 1821 ο αγώνας διέρχεται την πιο κρίσιμη φάση του εξαιτίας της έλλειψης πυρομαχικών στο στρατόπεδο των Ελλήνων. Ο Άγγλος πλοίαρχος Χέντερσον ενθουσιασμένος από τον ιερό αγώνα των Ελλήνων πείθεται από τον Βλαχόπουλο που μιλά άπταιστα τα αγγλικά καθώς είχε υπηρετήσει προεπαναστατικά στην αγγλοκρατούμενη Επτάνησο να δώσει στους Έλληνες το μοναδικό κανόνι που διαθέτει το πλοίο του. Στις 31 Μαΐου 1821 φτάνει στο Βραχώρι από το Ξηρόμερο ο οπλαρχηγός Γιώτης Βαρνακιώτης, επικεφαλής ένοπλης δύναμης Ξηρομεριτών και Βαλτινών που πολιορκούσε στην Αγία Μαύρα τις δυνάμεις των Τούρκων. Ο Γιώτης Βαρνακιώτης πέρασε το κάμπο του Αγρινίου από τον επάνω πόρο του Αχελώου ποταμού. Στις 5 Ιουνίου 1821 μπήκε επελαύνοντας ως πολιορκητής στο Βραχώρι.  Η δύναμη των πολιορκητών φτάνει πλέον τους 4.000 ένοπλους άνδρες. Το ηθικό των εγκλωβισμένων πολιορκούμενων Τούρκων είχε καταρρακωθεί. Είχαν πάψει πλέον  να ελπίζουν. Ο Νούρκας Σερβάνης αποδέχεται στις 5 Ιουνίου 1821 την πρόταση των πολιορκητών να φύγει με τους 150 έμπιστους του, πράγμα που κατορθώνει να κάνει την νύχτα της 7ης Ιουνίου μαζί με το πλιάτσικο που έκανε στους Τούρκους και Εβραίους του Βραχωρίου. Οι Τούρκοι δέχονται πια να παραδοθούν. Οι Έλληνες οπλαρχηγοί συμφωνούν. Άτακτοι ένοπλοι Έλληνες που δεν ελέγχονται πια από τους οπλαρχηγούς του αγώνα επιδίδονται σε σφαγές Τούρκων και Εβραίων, που είχαν πάρει το μέρος των κατακτητών και για να τους το δείξουν είχαν βασανίσει μέχρι θανάτου, αφού πρώτα τον τύφλωσαν με αγκάθια, τον Παπαλέξη Δηματά, ιερέα του Βραχωρίου. Το βράδυ της 11ης Ιουνίου 1821 είχε πλέον παραδοθεί το τούρκικο οχυρό του Βραχωρίου στους Έλληνες πολιορκητές. Οι Τούρκοι αιχμάλωτοι ηγεμόνες Αλά-μπέης, Ταχήρ πασσάς, Χαλί-μπέης και Βείζ εφέντης αφέθηκαν να φύγουν.    

Μετά το Βραχώρι ήρθε η ώρα της πολιορκία του Ζαπαντίου που κατοικούνταν από 150 τουρκικές οικογένειες, ενώ στρατοπέδευε εκεί τουρκική δύναμη 300 ένοπλων Τούρκων και 60 Αλβανών. Στις 15 Ιουνίου οι οπλαρχηγοί Βλαχόπουλος, Μακρής και Στάικος άρχισαν να πολιορκούν το Ζαπάντι. Οι Τούρκοι του Ζαπαντίου μόλις ξέσπασε η επανάσταση των Ελλήνων είχαν στείλει τα γυναικόπαιδα στην Άρτα και ταμπουρώθηκαν στους 4 πύργους και τα δύο τζαμιά τους που περιέλαβαν με αύλακες στους οποίους είχαν πετάξει παλιούρια για να κάνουν την έφοδο των Ελλήνων πιο δύσκολη. Οι Έλληνες πολιορκητές του χωριού κατόρθωσαν στις 18 Ιουνίου 1821 να κατεδαφίσουν τμήμα από το πρώτο τουρκικό φρούριο αλλά η έφοδος που επιχείρησαν δεν είχε αίσιο τέλος. Ο εχθρός αμύνονταν σκληρά με μαχητικότητα. Ο αγώνας βρίσκονταν στο πιο κρίσιμο σημείο. Ο Αλεξάκης Βλαχόπουλος αναγνωρίζει από την χρυσοποίκιλτη στολή τον αρχηγό των Τούρκων Ισούφη Σουλευκάραγκα και με επιτυχημένη βολή τον ξαπλώνει νεκρό. Το ηθικό των Τούρκων με μιας καταρρακώνεται. Στο πεδίο της μάχης αφήνουν 18 νεκρούς. Έχουν πειστεί πως δεν τους απομένει πια καμία ελπίδα μετά το χαμό του αρχηγού τους. Αποφασίζουν πανικόβλητοι να παραδοθούν. Μετά από διαπραγματεύσεις που κράτησαν όλη την νύχτα παραδίνονται το πρωί της 26ης Ιουνίου 1821. Οι αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν στην Πρέβεζα, στην Άρτα και στον Αράκυνθο. Τις ηρωικές αυτές στιγμές των Ελλήνων η λαική μούσα αποθανάτισε με τα ακόλουθα δημοτικά τραγούδια:

Σ’όλο το κόσμο ξαστεριά, σ’όλο τον κόσμο ήλιος

και στο Ζαπαντο-Βράχωρο    όλο καπνός κι αντάρα

καπεταναίοι τόκαψαν, καπεταναίοι το καίνε.

Μια τουρκοπούλα φώναξε από το γυαλένιο πύργο:

Πάψε Μακρή τον πόλεμο

Πάψε και το ντουφέκι

και μεις θα προσκυνήσουμε

θα γίνουμε Ρωμαίοι.

 

Τρία πουλάκια κάθονται ψηλά στο Παληοπύργο

τόνα τηρά τ’ Απόκουρο και τ’ άλλο τα γεφύρια

το τρίτο το καλύτερο μοιρολογά και λέγει:

μας ήρθε η άνοιξη πικρή, το ραμαζάνι μαύρο

Μας γελάσαν οι Ρωμιοί Χρίστος και Μεγαπάνος

     και εφέρανε τη κλεφτουριά από τα βιλαέτια.


 

 

 

Η ΦΟΝΙΚΗ ΕΠΙΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΒΡΥΩΝΗ ΣΤΗ ΠΕΔΙΑΔΑ ΤΟΥ ΑΓΡΙΝΙΟΥ           

Στις 10 Ιουνίου του 1824 ο Βρυώνης με δύναμη 5 χιλιάδων στρατιωτών αποφάσισε να επιτεθεί κατά της Ακαρνανίας. Για τον σκοπό αυτό άρχισε τις πολεμικές προετοιμασίες στο Κομπότι Άρτας. Το τούρκικο ασκέρι κατέβηκε το Μακρυνόρος και χωρίς να συναντήσει καμιά αντίσταση από τους Ελληνες εισήλθε θριαμβευτικά στον Καρβασαρά (Αμφιλοχία). Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, γενικός Διοικητής Δυτικής Στερεάς Ελλάδος ερχόμενος από το Μεσολόγγι μαζί με τους οπλαρχηγούς Αλέξακη Βλαχόπουλο (1787-1865), Δημήτριο Μακρή, Αναγν. Καραγιάννη και Βαλτινό ήρθε στο Λιγοβίτσι Ξηρομέρου (πήρε το όνομά του επειδή χρησιμοποιούσαν και λίγο το βίτζι για να κατορθώσουν να στεριώσουν τα κελιά του μοναστηριού και την εκκλησία που υπήρχε στη κορυφή του βουνού), όπου η ομώνυμη μονή, που βρίσκεται 20 χιλιόμετρα δυτικά του Βραχωρίου και πάνω από την λίμνη του Οζερού σε υψόμετρο 522 μέτρων και εκεί στρατοπέδευσε. Στη θέση «Αγραπιδιά» της πεδιάδος της Αμβρακίας είχαν στρατοπεδεύσει οι καπεταναίοι Σιαδήμας, Ράγκος και Καραίσκος ή Ισκος.  Στις 5 Αυγούστου 1824 μικρή ελληνική ομάδα από τους στρατοπεδεύσαντες στο Λιγοβίτσι, μπήκε στον Καρβασαρά και λεηλάτησε το τούρκικο στρατόπεδο. Οι Τούρκοι θέλησαν να εκδικηθούν γι’αυτό και κυνήγησαν τους επιδρομείς. Οι Έλληνες όμως τους είχαν στήσει φονική ενέδρα και τους αποδεκάτισαν με αποτέλεσμα να τους τρέψουν σε φυγή από το Καρβασαρά. Πληροφορήθηκαν από ένα αιχμάλωτο, ότι ο Βρυώνης στόχευε να εισβάλει στη Ναυπακτία, ενώ για να δελεάσει τους άνδρες του ασκεριού του τους υποσχέθηκε 5 μισθούς προκαταβολικά. Ο Χιλίαρχος του Βλοχού Κώστας Βλαχόπουλος πήρε διαταγή από τον Μαυροκορδάτο να στρατοπεδεύσει στην Θέση «Ντουγρή» που βρίσκεται στην βόρεια πλευρά της λίμνης Τριχωνίδας. Οι έριδες όμως των Ελλήνων δεν απουσίαζαν ούτε και στις μεγάλες αυτές στιγμές του Έθνους.  Ο Στάμος Στάικος, αφού εκμεταλλεύτηκε την απουσία των Βλαχοπουλαίων, υποχρέωσε τους πρόκριτους της περιοχής του Βραχωρίου και υπέγραψαν  έγγραφο με το οποίο τον έχριζαν καπετάνιο του Βλοχού (περιελάμβανε περίπου την σημερινή επαρχία Τριχωνίδας). Ο Μαυροκορδάτος δεν αναγνώρισε ως έγκυρο το έγγραφο αυτό και διέταξε τον Στάμο Στάικο να πάει με την δύναμή του σε ένα από τα στρατόπεδα Ντουγρής ή Λιγοβιτσίου. Ο Στάικος κατέφτασε με όλη του τη δύναμη στο στρατόπεδο Λιγοβιτσίου. Οι κάτοικοι του Βραχωρίου με αναφορά τους στις 16 Αυγούστου 1824  προς τον Μαυροκορδάτο, ενώ ο Στάμος Στάικος απουσίαζε από το Βραχώρι, ζητούσαν χρηστή διοίκηση απ’αυτόν για να ηρεμήσει ο λαός της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας από τις ατελείωτες αντεκδικήσεις των Βλαχοπουλαίων και των Σταικαίων, που στόχευαν να αναγνωριστούν με τους Ντοκαίους ως καπετάνιοι του Βλοχού. Ο Μαυροκορδάτος για να θέσει τέρμα οριστικά στις διενέξεις αυτές μεταξύ των Βλαχοπουλαίων και των Σταικαίων εξέδωσε την με αριθμό  226/1824 διαταγή του με την οποία υποχρέωνε τον Βλαχόπουλο να έλθει στο στρατόπεδο Λιγοβιτσίου με την δύναμή του και να αποφύγει με κάθε τρόπο την πρόκληση διενέξεων. Στις 26 Αυγούστου 1824 τουρκική δύναμη με αφετηρία την Αμφιλοχία εκστράτευσε κατά του οπλαρχηγού Τσόγκα που στρατοπέδευε στον Αετό Ξηρομέρου. Ο Τσόγκας ζήτησε και έλαβε ενισχύσεις από τους στρατόπεδο των Ελλήνων στο Λιγοβίτσι. Οι Τούρκοι παραπλάνησαν με τις κινήσεις τους αυτές του Έλληνες του Λιγοβιτσίου, που άφησαν ανέλεγκτο το πέρασμα του ποταμού Αχελώου, που βρίσκεται νοτιοανατολικά του Λιγοβιτσίου και σε απόσταση 4 περίπου χιλιομέτρων με αποτέλεσμα δύναμη 1000 περίπου ιππέων του Ομέρ Βρυώνη πέρασε τον πόρο Καρασινάκη και επέδραμε στον κάμπο του Βραχωρίου. Ο ελληνικός πληθυσμός της περιοχής έχοντας το αίσθημα της προστασία τους από τις ελληνικές δυνάμεις του Λιγοβιτσίου αιφνιδιάστηκε. Το αλλόθρησκο ασκέρι στο φονικό διάβα του λεηλάτησε το λίγο βιός των ραγιάδων, έσφαξε και αιχμαλώτισε γυναικόπαιδα. Το σκοτάδι της νύχτας ευνόησε τις κινήσεις του εχθρού και «συμμάχησε» με τον επιδρομέα. Η νύχτα αυτή έμεινε ως μία από τις αποτρόπαιες στιγμές της περιοχής στον επτάχρονο αγώνα της απελευθέρωσης της περιοχής από τον οθωμανικό ζυγό. Ο επιδρομέας πήρε μαζί του κατά την αποχώρησή του 25 γυναικόπαιδα, 30 κομμένα κεφάλια ανδρών, μακάβρια τρόπαια της αποτρόπαιης πολεμικής του εκκαθάρισης, 100 αιγοπρόβατα και 5 αγελάδες. Επιστρέφοντας στην Καρβασαρά ο Βρυώνης προχώρησε στον αποκεφαλισμό άλλων 10 γυναικών, των οποίων ξύρισε τα κεφάλια για να μην ξεχωρίζουν από εκείνα των ανδρών και τα έστειλε όλα μαζί στον ανώτερο στρατιωτικό διοικητή Λάρισας για να αποδείξει  πως εξολόθρευσε τους Έλληνες της Δυτικής Στερεάς Ελλάδος στις αλλεπάλληλες μάχες κατ’ αυτών που διεξήγαγε. Το πλήγμα που δέχτηκε η περιοχή του κάμπου του Βραχωρίου οφείλονταν αποκλειστικά στην εσφαλμένη απόφαση του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου να τοποθετήσει στη θέση «Καρασινάκη», που έλεγχε τον ομώνυμο πόρο-περαταριά,  μια πολύ μικρή φρουρά με οπλαρχηγό τον νεαρό Γαλάνη Μεγαπάνο (1799-1872), που μετέπειτα έγινε χιλίαρχος και στρατηγός, άπειρο «περί την πολεμικήν τέχνην». Ως μοναδικό προσόν του είχε  πως ήταν γιός του Πάνου Γαλάνη (Μεγαπάνου), καταγόμενου από τη Μαχαλά (Φυτείες Ξηρομέρου), δωρητή, προς τη μονή της Τατάρνας, στα 1801 του οικοπέδου όπου χτίσθηκε η Αγία Τριάδα Αγρινίου. Ο Πάνος Γαλάνης είχε διοριστεί στα 1793 από τον Αλή Πασά τον Τεπελενλή, ως γενικός προεστός Δυτικής Ελλάδος μετά τη δολοφονία του προεστού της Κατούνας Μ. Μαυρομάτη. Οι Τούρκοι λοιπόν θάρρεψαν από την επιτυχημένη γι’ αυτούς φονική επιδρομή στο κάμπο του Βραχωρίου και κινήθηκαν κατά της Κατούνας Ξηρομέρου. Οι επαναστατημένοι Έλληνες με οπλαρχηγούς τους Πεσλή, Τσόγκα, Αλεξάκη Βλαχόπουλο, Κοντογιάννη και Γεώργιο Βελή επέφεραν συντριπτικό πλήγμα στους επιδρομείς, που τους υποχρέωσε να καταφύγουν, οπισθοχωρώντας άτακτα, στον Καρβασαρά και στη συνέχεια (8 Νοεμβρίου 1824) να απαγκιστρωθούν από τα μέρη της Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και να επιστρέψουν στα ορμητήρια τους στη περιοχή της Ηπείρου. Λίγο αργότερα, εκεί στα μέσα Νοεμβρίου 1824, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος αρρώστησε και εγκατέλειψε το στρατόπεδο του Λιγοβιτσίου το οποίο στη συνέχεια διαλύθηκε, καθώς είχε πάψει να υφίσταται πλέον ο λόγος της ιδρύσεως του.


 

 

 

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΛΥΣΙΜΑΧΙΑΣ

Ο Κιουταχής, πήρε μπουγιουρντί (στα τούρκικα η διαταγή) να πολιορκήσει το ηρωικό Μεσολόγγι που ήταν μαζί με το Αιτωλικό οι μοναδικές ελεύθερες περιοχές της Δυτικής Ελλάδος την άνοιξη του 1825.  Η διαταγή δόθηκε από τον σουλτάνο Μαχμούτ, που θέλησε να  σβήσει κάθε επαναστατική κίνηση στη Δυτική Στερεά Ελλάδα όπως έκανε με επιτυχία ο Ιμπραήμ στη Πελοπόννησο.  Με την διαταγή του Σουλτάνου Μαχμούτ ο Κιουταχής διορίστηκε ως «σερασκέρης» δηλαδή αρχιστράτηγος της Ρούμελης και ονομάστηκε «Ρουμελής Βαλεσής» (Στρατάρχης της Ρούμελης). Άρχισε τις πολεμικές προετοιμασίες στις αρχές του 1825 στα Γιάννενα. Για την πολεμική αυτή προσπάθεια του θέλησε να χρησιμοποιήσει όλους τους σύγχρονους κανόνες της τέχνης του πολέμου. Συγκέντρωσε για τον πολεμικό αγώνα δύναμη είκοσι χιλιάδων ανδρών, συμπεριέλαβε δε σ’ αυτούς Ευρωπαίους μηχανικούς, προκειμένου να επιβλέψουν την κατασκευή έργων χρήσιμων για το πέρασμα του ασκεριού του, επιστρατευμένους χριστιανούς και Τούρκους εργάτες. Η αντίσταση των λίγων Ελλήνων στο Μακρυνόρος με καπεταναίους τους Τσόγκα και Νότη Μπότσαρη ήταν ηρωική αλλά δεν κατάφερε να αποτρέψει την κάθοδο των Οθωμανών Τούρκων προς την Αμφιλοχία Βάλτου (Καρβασαράς - πήρε το όνομά του αυτό επειδή υπήρχε εκεί σταθμός των καραβανιών - «καραβάν σεράι») που έγινε στις 23 Μαρτίου 1825. Η είδηση ότι ο Κιουταχής κατεβαίνει με μεγάλο ασκέρι για το Μεσολόγγι και σκορπίζει στο διάβα του τον όλεθρο, που έφτασε στους ραγιάδες χριστιανούς της περιοχής του Βραχωρίου (σύμφωνα με τον Μ. Φιλήντα πήρε την ονομασία αυτή - Βραχώρι<Βλαχοχώρι<Βλοχοχώρι<Βλοχός - από τους Βλάχους, δηλαδή ποιμένες, βοσκούς που κατάγονταν από την περιοχή Βλοχού της Θεσσαλίας και κατέβαιναν μαζί με τα ζώα τους σε πεδινά τόπια όπου η βόσκηση των ζώων τους ήταν εύκολη αλλά ταυτόχρονα καλλιεργούσαν πεδινούς παραποτάμιους αγρούς)  και των περιχώρων έσπειρε τον πανικό στον άμαχο πληθυσμό που κινήθηκε να κρυφτεί στα νησιά του Ιονίου, στα βουνά του Ξηρομέρου (κυρίως στον Μπουμιστό και στο Περγαντή), της Τριχωνίδας (κυρίως στο όρος του Παναιτωλικού, Κυρά Βγένα όπως την λέει ο λαός) αλλά και στα βουνά της Ναυπακτίας (Κραββάρων). Πολλοί κρύφτηκαν στους βάλτους της λίμνης Λυσιμαχίας. Ολόκληρη η βόρεια και η βορειοδυτική πλευρά της λίμνης Λυσιμαχίας είχε μικρό βάθος, ενώ η παραλίμνια έκτασή της καλύπτονταν από βαλτώδεις λόγγους με πυκνά πλατάνια, σκλύθρα, φράξους, ιτιές, λεύκες και φτελιές. Πάνω στα νησάκια που βρίσκονταν εντός της λίμνης Λυσιμαχίας και είχαν το όνομα «νησίδες του Δοκιμιού» καθώς ήταν κοντά στο χωριό του Δοκιμίου που απέχει 3 περίπου χιλιόμετρα από το Αγρίνιο αλλά και στη νησίδα «Λάμπρα» που βρίσκονταν προς την πλευρά του χωριού Αγγελόκαστρου κατασκήνωσαν 500-600 οικογένειες. Από αυτές 100 περίπου οικογένειες εγκαταστάθηκαν προσωρινά στα πρώτα νησάκια ενώ οι υπόλοιπες βρήκαν καταφύγιο στη δεύτερη νησίδα.  Για την υπεράσπιση  των γυναικόπαιδων αυτών  διατέθηκε  μια μικρή φρουρά αποτελούμενη από 100-120 αγωνιστές αφού οι κύριος όγκος των ένοπλων της περιοχής με τους Σταϊκαίους, Βλαχοπουλαίους και τον Πάνο Γαλάνη (Μεγαπάνο) στράφηκαν για το Μεσολόγγι και το Αιτωλικό. Ο σερασκέρης Κιουταχής κατέλαβε το Βραχώρι αφού η αντίσταση που βρήκε ήταν ελάχιστη και συνέχισε για τον τελικό του στόχο, τη πόλη του Μεσολογγίου, αφήνοντας στο Βραχώρι μία πολύ δυνατή φρουρά διορίζοντας ως επικεφαλή τον Βελή Αγά ή Βελλιάγκα, ηγεμόνα των Γρεβενών.  Ο Βελλιάγκας μόλις πληροφορήθηκε, ότι στους βαλτώδεις λόγους της Λυσιμαχίας κατασκήνωσε πρόχειρα άμαχος χριστιανικός πληθυσμός με μικρή φρουρά, αποφάσισε να προχωρήσει σε εκκαθάριση της περιοχής  θεωρώντας τον άμαχο πληθυσμό που βρίσκονταν εκεί εν δυνάμει εχθρική εστία. Συγκέντρωσε  τις δυνάμεις του στο οικισμό του Πλατάνου που ανήκει σήμερα στη τέως κοινότητα και ήδη δημοτικό διαμέρισμα Καλυβίων του Δήμου Αγρινίου και απέχει 3,5 περίπου χιλιόμετρα από τους βαλτώδεις λόγγους τους οποίους στόχευε να εκκαθαρίσει από τους ραγιάδες χριστιανούς. Οι δυνάμεις του Κιουταχή αφού άνοιξαν πρόχειρους δρόμους για να πλησιάσουν στη περιοχή και έφτιαξαν μονόξυλα για να πλεύσουν με αυτά οι αλλόθρησκοι κατακτητές επιχείρησαν να καταλάβουν τα νησάκια της Λυσιμαχίας με πρώτο αυτό της «Λάμπρας». Οι Έλληνες όμως, μαθαίνοντας τις κινήσεις του εχθρού ταμπουρώθηκαν χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό κορμούς δένδρων και αφού άφησαν τον εχθρό να πλησιάσει αρκετά  με συγκεντρωμένα πυρά αιφνιδίασαν τους επιτιθέμενους Τούρκους και πέτυχαν την ολοκληρωτική τους εξόντωση.  Το ίδιο καταστρεπτικό αποτέλεσμα, για τους επιτιθέμενους Τούρκους, τους ανέμενε και στα άλλα «νησάκια του Δοκιμίου». Ο αιφνιδιασμός των ταμπουρωμένων Ελλήνων που γνώριζαν σπιθαμή προς σπιθαμή τους βαλτωμένους λόγγους της περιοχής, οδήγησε σε αποδεκατισμό τους επιχειρήσαντες κατάληψη Τούρκους οι οποίοι κυνηγημένοι από τους ραγιάδες έπεσαν σε άλλη ενέδρα που είχε στηθεί σε κοντινή θέση. Ο Βελλιάγκας έμαθε το νέο από τον μοναδικό επιζήσαντα. Αμέσως αποφάσισε ολοκληρωτική επίθεση με όλη τη δύναμη των τριών (3) χιλιάδων στρατιωτών του. Η ψυχολογία όμως των ραγιάδων Ελλήνων είχε αντιστραφεί μετά τις πρώτες αυτές επιτυχίες. Επίσης η φρουρά τους είχε στο μεταξύ ενισχυθεί από 50 Αγγελοκαστρίτες και 30 Ζευγιώτες. Τα πυρά των Ελλήνων με την βοήθεια της Παναγιάς θέριζαν τους αλλόθρησκους. Πολλοί πνίγηκαν στη προσπάθεια τους να ξεφύγουν το θάνατο, που παραμόνευε σε κάθε τους βήμα μέσα στα βαλτώδη έλη, καθώς πληγωμένοι έπεφταν μέσα στους βάλτους για να μη δώσουν το στίγμα τους στους Έλληνες που τους καταδίωκε πια από τόπο σε τόπο μέσα στο υδροχαρές παραλίμνιο δάσος. Ο Βελή-Αγάς ή  Βελλιάγκας  νικημένος και ταπεινωμένος από τη πανωλεθρία που υπέστησαν τα στρατεύματά του στους βαλτώδεις λόγγους της Λυσιμαχίας, αφού μάζεψε τα απομεινάρια της δύναμής του κίνησε για το Μεσολόγγι για να ενωθεί με το ασκέρι του Κιουταχή που πολιορκούσε το Μεσολόγγι.


 

 

 

ΟΙ ΚΑΛΥΒΙΩΤΕΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ’21

«Σηκώνομαι άξαφνα εκεί όπου ήμουν γερμένος, κόλλησα εις τη ντάπια. Με ντουφέκισαν οι Τούρκοι, τους ντουφέκισα κι εγώ εις τον σωρό. Μου δίνουν ένα ντουφέκι και με πληγώνουν εις τον λαιμόν. Τότε κάνω το ποδάρι μου να κατέβω από τη ντάπια, έπεσα. Ο τόπος ήταν στενός. Οι άνθρωποι τζακίστηκαν από την όξω ντάπια. Πατούσαν απάνω μου και διάβαιναν και, στενός ο τόπος, μ’αφάνισαν. Εβλεπαν και τα αίματα, έλπιζαν ότ’ είμαι σκοτωμένος... Τότε σηκώνομαι μισοντραλισμένος και βαστώ καμμιά δεκαριά έξω με το μαχαίρι, δεν τους άφηνα να μπούνε μέσα. Και τράβησα την πόρτα οπούχαμεν ανοιχτή και πιάσαμεν τον πόλεμον με τις πιστόλες.... Ξαναλαβώνομαι κι εγώ πίσου εις το κεφάλι πολύ κακά. Μπήκε του φεσιού το μπάλωμα εις τα κόκκαλα, εις την πέτζα του μυαλού. Επεσα κάτου πεθαμένος..... Τότε οι καημένοι Ελληνες με λυπήθηκαν πολύ. Πολέμησαν γενναίως, διώξαν του Τούρκους από τη ντάπια μας και τους έβαλαν όλους εις τις καμάρες. Και ντουφέκισαν εις το κάστρο....» Στρατηγού Γιάννη Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα, Απόσπασμα για τη μάχη της Ακρόπολης, Γιάννη Βλαχογιάννη, έκδοση βιβλιοπωλείου Ε. Γ. Βαγιονάκη, Αθήνα,1947.

Στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες του Έθνους οι Καλυβιώτες, δείχνοντας ανάλογο  επικό μεγαλείο μ’ αυτό που περιγράφει ο Μακρυγιάννης στο προαναφερόμενο απόσπασμα, αγωνίστηκαν μαζί με όλους τους Έλληνες, για να αποτινάξουν τον τούρκικο ζυγό, που είχε σκεπάσει τις καρδιές των υπόδουλων ραγιάδων από την δεκαετία του 1460, οπότε κατακτήθηκε ολόκληρη η Δυτική Στερεά Ελλάδα. Η οικονομική εξαθλίωση, οι εξισλαμισμοί, το παιδομάζωμα, η βαριά φορολογία, οι αγγαρείες και οι συνεχείς ταπεινώσεις από τους Οθωμανούς Τούρκους έκαναν τους ραγιάδες να ζητούν με κάθε θυσία την απελευθέρωση του γένους. Στους αγώνες της Εθνικής Παλιγγενεσίας οι Καλυβιώτες αγωνιστές που συμμετείχαν ήταν οι ακόλουθοι:

Αναστασίου (Πρόκος) Αναστάσιος: Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Μεσολογγίου από τις δυνάμεις του Κιουταχή ή Ρεσίτ Πασά και του Ιμπραήμ έπεσε μαχόμενος κατά την έξοδο των πολιορκούμενων. Κατάγονταν από το Σούλι. Η επιτροπή εκδουλεύσεων τον κατέταξε στην Α’ τάξη των υπαξιωματικών.

Αναστασίου (Πρόκος) Αναστ. Γεώργιος: Ήταν  γιος του Αναστασίου (Πρόκου) Αναστάσιου. Έπεσε μαχόμενος κατά την έξοδο των πολιορκούμενων στις 10 Απριλίου 1826. Η επιτροπή εκδουλεύσεων της πατρίδος τον κατέταξε στην Β’ τάξη των υπαξιωματικών.

Αναστασίου (Πρόκου) Αναστ. Ελένη: Ήταν αδελφή του Γεωργίου Αναστ. Αναστασίου (Πρόκου). Σκοτώθηκε επίσης στον κάμπο του Μεσολογγίου υπηρετώντας στη φρουρά του Μεσολογγίου.

Αναστασίου (Πρόκου) Αναστ. Ειρήνη (Ρήνα): Ήταν θυγατέρα του Αναστασίου Πρόκου και αδελφή του Γεωργίου Αναστ. Αναστασίου (Πρόκου).  Αιχμαλωτίστηκε κατά την έξοδο των πολιορκούμενων στις 10 Απριλίου 1826 για να παραμείνει στην αιχμαλωσία για 6 χρόνια. Απελευθερώθηκε το 1832 οπότε γύρισε στο Αγρίνιο.

Γκόνης Ν. Στράτος: Πήρε μέρος με την ένοπλη ομάδα ανδρών του οπλαρχηγού Γιαννάκη Στάικου, σε πολλές μάχες όπου επέδειξε μοναδική γενναιότητα. Στη πολιορκία του Μεσολογγίου αδυνατώντας να ακολουθήσει τους εξοδίτες αιχμαλωτίστηκε από τους πολιορκητές του Μεσολογγίου για να απελευθερωθεί στα 1829.

Δρακόπουλος Αθανάσιος: (κατά την έναρξη της επανάστασης του ’21 έμενε στο Καινούργιο Τριχωνίδας): Πολέμησε κάτω από τις διαταγές του οπλαρχηγού Γιαννάκη Στάικου σε πολλές μάχες του ’21. Σκοτώθηκε ηρωικά μαχόμενος στην έξοδο του Μεσολογγίου στις 10 Απριλίου 1826.

Δρακόπουλος Αθ. Βασίλειος: Ήταν γιος του Αθανασίου Δρακόπουλου. Πολέμησε κάτω από τις διαταγές του οπλαρχηγού Γιαννάκη Στάικου σε πολλές μάχες του ’21. Έπεσε μαχόμενος στην έξοδο του Μεσολογγίου στις 10 Απριλίου 1826.

Δρακόπουλος Αθ. Γεώργιος: Πολέμησε μαζί με τον αδελφό του Βασίλη κάτω από τις διαταγές του οπλαρχηγού Γιαννάκη Στάικου σε πολλές μάχες του ’21. Πιάστηκε αιχμάλωτος κατά τη φοβερή εκείνη νύκτα της εξόδου του Μεσολογγίου στις 10 Απριλίου 1826. Κρατήθηκε αιχμάλωτος για 10 περίπου χρόνια για να απελευθερωθεί στα 1836 για να δει την περιουσία του κατεστραμμένη ενώ δεν βρήκε κανένα ζωντανό  από τους συγγενείς του.

Ζαπαντιώτης Βασίλειος: Ως οπλαρχηγός μαζί με τον αδελφό του Μήτσο και 15 ακόμη συγγενείς πέρασε στο Μοριά με το ξεκίνημα της επανάστασης και πολέμησε στη περιοχή της Αχαΐας υπό τις διαταγές του Π. Καρατζά τις αλλόθρησκες δυνάμεις του Γιουσούφ Πασά. Ακολούθως επέστρεψε από την Πάτρα στη Ρούμελη για να συνεχίσει τον αγώνα κατά των αλλόθρησκων κατακτητών κάτω από τις οδηγίες του Θοδωράκη Γρίβα. Ανδραγάθησε στις μάχες του Προφήτη Ηλία, στον Αετό Ξηρομέρου (9/10 Αυγούστου 1822) και της Άρτας. Με δύναμη 40 γενναίων ανδρών κατάφερε να αναχαιτίσει μεγάλη εχθρική επίθεση λίγο έξω από το Μεσολόγγι. Συμμετείχε επίσης στις μάχες του Νιόκαστρου στο Μοριά (από τέλος Ιουλίου μέχρι τέλος Αυγούστου 1821) αλλά και στις μάχες των Αθηνών. Κατατάχθηκε στην Δ’ Τάξη των αξιωματικών του αγώνα.

Ζαπαντιώτης Δημήτριος (Μήτσος): Μαζί με τον αδελφό του Βασίλη και 15 ακόμη συγγενείς πολέμησε στη περιοχή της Αχαΐας υπό τις διαταγές του Π. Καρατζά τις αλλόθρησκες δυνάμεις του Γιουσούφ Πασά ενώ στη συνέχεια κάτω από τις διαταγές των οπλαρχηγών του Μοριά Πετμεζά  και Κουμανιώτη πήρε μέρος στη μάχη του Σαράβαλη. Στις μάχες αυτές σκοτώθηκε ένας αδελφός του, ένας ανιψιός του και 4 από τους συγγενείς του. Μία από τις αδελφές του σκοτώθηκε επίσης στην έξοδο του Μεσολογγίου κατά την φοβερή εκείνη νύκτα της 10ης Απριλίου 1826. Κατάγονταν από το Ζαπάντι (Δ . Δ Μεγάλης Χώρας του Δήμου Νεάπολης). Μετέπειτα πέρασε από την Πάτρα στη Ρούμελη για να συνεχίσει τον αγώνα κατά των αλλόθρησκων κατακτητών.

Καλυβιώτης Βασίλειος: Συμμετείχε υπό τις οδηγίες του οπλαρχηγού Δημητρίου Μακρή, στις μάχες του Βραχωρίου (27-5-1821 έως 11-6-1821), Ζαπαντίου (15-6-1821 έως 26-6-1821), Πέτα (15-7-1821), Κομποτίου (8-6-1821), Κεφαλόβρυσου (Αύγουστος 1823), Μύτικα, Πλάκας (Ιούνιος 1822), Βόνιτσας, Κατοχής, Παπαδιάς Κραβάρων, ενώ κάτω από τις διαταγές του οπλαρχηγού Κώστα Βλαχόπουλου πήρε μέρος στις τρεις πολιορκίες του Μεσολογγίου, οπότε κατά την μεγάλη έξοδο των πολιορκούμενων στις 10 Απριλίου 1826 έπεσε μαχόμενος στον κάμπο του Μεσολογγίου. Για τις υπηρεσίες του προς την πατρίδα τιμήθηκε με τον βαθμό της ταξιαρχίας, όμως η επιτροπή εκδουλεύσεων τον άφησε αβαθμολόγητο-στρατιώτη. Στα πεδία των μαχών της εξόδου του Μεσολογγίου μαζί με τον Καλυβιώτη Βασίλειο άφησαν τη τελευταία ρανίδα του αίματός τους δύο ακόμα αδέλφια του πέφτοντας  μαχόμενα «υπέρ πίστεως και πατρίδος».

Καρύμπας ή Στασινός Δημήτριος: Έλαβε μέρος μαζί με τον αδελφό του Γεώργιο, υπό τις οδηγίες του οπλαρχηγού Δημητρίου Μακρή του περίφημου «Πετρίτη του Ζυγού», σε πολλές μάχες για να πέσει,  πολεμώντας ένδοξα, νεκρός στη μάχη του Περσαβού ή Πέρσοβου Κατούνας.

Κούσης ή Κούσιος Γεώργιος (από Πλάτανο Καλυβίων): Εκτελώντας τις διαταγές του  οπλαρχηγού Γιαννάκη Στάικου τοποθετήθηκε το Μάιο του 1825, ως φρουρά του Μεσολογγίου, στις καίριες θέσεις (τάπιες) «ΛΟΥΝΕΤΤΑ» ή «ΓΟΥΛΙΕΛΜΟΥ ΤΗΣ ΟΡΑΓΓΗΣ» και «ΜΑΡΜΑΡΟΥ» ή «ΣΑΧΤΟΥΡΗ» για να πέσει ηρωικά μαχόμενος στην έξοδο της Φρουράς του Μεσολογγίου στις 10 Απριλίου 1826.

Κούσης ή Κούσιος Γεωργ. Σπυρίδων (από Πλάτανο Καλυβίων): Ήταν γιός του Γεωργίου Κούση ή Κούσιου. Πιάστηκε αιχμάλωτος στην έξοδο του Μεσολογγίου στις 10 Απριλίου 1826. Κρατήθηκε αιχμάλωτος μέχρι το 1830 οπότε απελευθερώθηκε. 

Λακέρδας Ανδρέας: Συμμετείχε υπό τις οδηγίες του οπλαρχηγού Δημητρίου Μακρή, στις μάχες του Βραχωρίου, Ζαπαντίου, Πέτα, Κομποτίου, Κεφαλόβρυσου, Γαβαλούς (Σεπτέμβριος 1822), Μύτικα, Βόνιτσας, Κατοχής, Παπαδιάς Κραββάρων, Πλατάνου, Αράχωβας (Νοέμβριος 1826), στις τρεις πολιορκίες του Μεσολογγίου και στις μάχες των Αθηνών οπότε πληγώθηκε βαριά με αποτέλεσμα να πεθάνει μετά από αρκετές μέρες. Η επιτροπή εκδουλεύσεων του αγώνα αγνοώντας την πλούσια δράση του τον άφησε αβαθμολόγητο-στρατιώτη.    

Λύγδας (Λίγδας)  Χρήστος: Μαζί  με τον αδελφό του Δημήτριο (Μήτσο) πήρε μέρος σε πολλές μάχες του ’21. Έπεσε μαχόμενος πολεμώντας γενναία στη μάχη της Λαγκάδας (περιοχή κοντά στην είσοδο του Μακρυνόρους, 3 χιλιόμετρα βόρεια του Μενιδίου) στις αρχές του Ιουνίου του 1821 κάτω από τις οδηγίες του οπλαρχηγού Δημητρίου Μακρή. Η μάχη της Λαγκάδας δόθηκε, όταν ο Ισμαήλ Πλιάσας με 1800 άνδρες άφησε το στρατόπεδο του Χουρσίτ στα Γιάννενα μετά τις 27 Μαίου 1821, οπότε ξεκίνησε η πολιορκία του Βραχωρίου, για να βοηθήσει τους πολιορκημένους σ’ αυτό Τουρκαλβανούς. Οι δυνάμεις του Ανδρέα Ισκου με 43 μόνο άνδρες που ενισχύθηκαν με τους άνδρες του Γ. Καραϊσκάκη και του Γώγου Μπακόλα κατάφεραν να τρέψουν σε φυγή τους Τούρκους που αποφάσισαν να μην τολμήσουν πια να κατέβουν προς το Βραχώρι.

Λύγδας (Λίγδας)  Αθανάσιος: Ελαβε μέρος υπό τις οδηγίες του οπλαρχηγού Δημητρίου Μακρή, στις μάχες του Βραχωρίου, Ζαπαντίου, Πέτα, Κομποτίου, Κεφαλόβρυσου, Γαβαλούς, Μύτικα, Βόνιτσας, Πλάκας, Κατοχής, Παπαδιάς Κραββάρων, Πλατάνου, Δερβέκιστας, Αράχωβας, στις τρεις πολιορκίες του Μεσολογγίου, στις μάχες της Ναυπάκτου οπότε πληγώθηκε στο δεξί του πόδι με αποτέλεσμα να πεθάνει από τον βαρύτατο αυτό τραυματισμό στα 1830.

Πυργοβασίλης Στράτος (από Πλάτανο Καλυβίων): Έπεσε ηρωικά μαχόμενος κατά την έξοδο του Μεσολογγίου στις 10 Απριλίου 1826 όπως αναφέρεται από την με ημερομηνία 16-11-1846 αίτηση του γιού του προς την επιτροπή εκδουλεύσεων που τον κατέταξε στην κατηγορία των υπαξιωματικών Α’ τάξεως.

Φύσσας Βασίλειος: Έλαβε μέρος μαζί με τον πατέρα του Πάνο και τον αδελφό του Δημήτρη σε πολλές μάχες του ’21. Έπεσε ηρωικά μαχόμενος στη μάχη της Βόνιτσας Ξηρομέρου.

Ψιλογιαννόπουλος Ιωάννης: Πήρε μέρος υπό τις οδηγίες του οπλαρχηγού Γιαννάκη Στάικου στη άμυνα του Αιτωλικού (Ανατολικού) κατά την διάρκεια της πολιορκίας του στα 1825-1826. Έπεσε ηρωικά «γενόμενος βορά κανονιού» όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο φάκελο του γιού του Κώστα Ψιλογιαννόπουλου.

 

Last Updated on Tuesday, 21 February 2012 17:31
 

Δήμος Αγρινίου



VIDEOS

ΚΑΛΥΒΙΑ ΑΓΡΙΝΙΟΥ 2010

Για να δείτε περισσότερα Videos πιέστε [.. ΕΔΩ..]

ΚΑΙΡΟΣ

We have 65 guests online



© Copyright ΚΑΛΥΒΙΑ Αγρινίου. Designed by CisLab - TEI of Messolonghi.
All Rights Reserved